Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

ΥΠΑΤΙΑ


Δημήτρης Βαρβαρήγος
ΥΠΑΤΙΑ
Ιστορικό Μυθιστόρημα
6η Έκδοση
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΚΥΡΑ σελ 530 τιμή:18.50€

Η συγκλονιστική ιστορία της γυναίκας που δίδασκε παντού το ελληνικό πνεύμα, συγκρόυστηκε με τον κλήρο και κατηγορήθηκε ως μάγισσα…


Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος στα βαθειά νερά της λογοτεχνίας μας μεταφέρει με δεξιοτεχνία σε μία εποχή και σε ιστορικά γεγονότα, που μόνο δοκιμιακά είχαν μέχρι σήμερα ιδωθεί. Το ιστορικό μυθιστόρημα για τη ζωή και το τέλος της φιλοσόφου Υπατίας της Αλεξανδρινής καλοδουλεμένο με αγάπη στα κείμενα, κυλάει αβίαστα, με φανταστικούς διαλόγους και εικόνες, γύρω από πρόσωπα και γεγονότα τα οποία ο συγγραφέας τόσο πειστικά και γλαφυρά περιγράφει. Για το ότι το μυθιστόρημα γράφτηκε με πολύ δουλειά και αγάπη από τον συγγραφέα πείθεται ο αναγνώστης από τις εισαγωγικές σελίδες του, όπου ο πίνακας περιεχομένων μας προϊδεάζει για τα πενηνταδύο κεφάλαια χωρισμένα σε δύο βιβλία και σε παράρτημα καθώς και για τη χάρτα της Αλεξάνδρειας που δείχνουν το σεβασμό και αποτελούν έναν οδηγό πλοήγησης στο μεγάλο αυτό μυθιστόρημα.. Ο συγγραφέας έκανε ενδελεχή έρευνα για να φτάσει στο τόσο σημαντικό κι απολαυστικό ανάγνωσμα.
4ος-5ος αιώνας μ.Χ. Η φημισμένη Αλεξάνδρεια πνίγεται στο κρασί των καπηλειών, στις ηδονές των γυναικών του δρόμου, στις δεισιδαιμονίες, στις φιλοσοφικές διαφορές και διαμάχες των θρησκευτικών φανατισμών με τους φονικούς διωγμούς. Μέσα σε αυτή τη διαφθορά, μια γυναίκα αφοσιωμένη στα ελληνικά ιδεώδη διδάσκει στο πανεπιστήμιο, στους δρόμους και στο σπίτι της το αστείρευτο ελληνικό πνεύμα. Αυτή η σοβαρή ευθύνη δεν της στερεί το γυναικείο ένστικτο, και στο πρόσωπο του χριστιανού επάρχου βρίσκει τον έμπιστο φίλο και άντρα. Η φιλία και ο πλατωνικός δεσμός που αναπτύσσεται ανάμεσά τους ενοχλεί τον κλήρο, που δεν αργεί να στραφεί εναντίον της και να της προσάψει κατηγορίες, ως μάγισσας και υποκινήτριας εχθρικών ενεργειών εναντίον του…Πετυχημένη τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής με επίκεντρο μια αξιόλογη γυναίκα που πλήρωσε με τη ζωή της τις αρετές του φύλου της, καθώς βρέθηκε στο μεταίχμιο της ιστορίας, από το λυκόφως του νεοπλατωνισμού στους πρώτους σκοτεινούς αιώνες του Χριστιανισμού.
Μία ζεστή εκδήλωση για το βιβλίο απολαύσαμε πρόσφατα στο Art-café φουαγιέ του Θεάτρου της Ημέρας ( Αθήνα – Πανόρμου) την παρουσίαση έκανε η συγγραφέας Ελένη Στασινού, ενώ μουσικά επένδυσε με ρυθμούς και τραγούδια ο συνθέτης Αλέξανδρος Χάχαλης.
Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γεννήθηκε στην Αθήνα του '51. Σπούδασε ηλεκτρονικά, σεναριογραφία, θέατρο και λογοτεχνία. Τα θεατρικά του έργα "Τύψεις", "Οι ανάγκες των αισθήσεων", "Το όνειρο μιας αγάπης" και "Ο Έρωτας και ο Αθάνατος", ανέβηκαν από τη θεατρική ομάδα "Δίοδος". Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1995 με το μυθιστόρημα "Η γοητεία της δεύτερης φύσης". Ακολούθησαν τα βιβλία: "Πάθος", εκδ. Όμβρος, 1996, "Με το ίδιο χρώμα η νύχτα και η σιωπή", 1998, "Γυναίκες του κόσμου", 1999, "Είναι δύσκολη η αγάπη", 2000,
"Αδιέξοδοι έρωτες", 2001, όλα από τις εκδ. Χρήστος Ε. Δαρδανός, "Υπατία", 2005, εκδ. Άγκυρα. Το βιβλίο "Ίμερος και Αστραία-Το μυστικό της σιωπηλής χώρας", 2003, εκδ. Χατζηλάκος, είναι το πρώτο του βιβλίο ηρωικής φαντασίας για παιδιά από τα πέντε συνολικά για την ολοκλήρωση της ανθολογίας "Ουρανός". Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και ένας εκ των τεσσάρων ιδρυτών του λογοτεχνικού περιοδικού "Ίαμβος".
Σχολίασε ο Αντώνης Δεσύλλας

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

Καφέ Κλεμέντε

=Καφέ Κλεμέντε=
μυθιστόρημα
«Καφέ Κλεμέντε», είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου της αξιόλογης και πολυγραφότατης συγγραφέως και μεταφράστριας του αιγυπτίου νομπελίστα συγγραφέα Ναγκίμπ Μαφχούζ, Πέρσας Κουμούτση που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.Παρακολουθώ, διαβάζω τα βιβλία της της Πέρσας Κουμούτση και κάθε φορά αναγνωρίζω όλο και περισσότερο την δυναμική της γραφής της που οδηγεί τους αναγνώστες της με αφηγηματική δεξιοτεχνία στους μύθους της όπου με άρρηκτους σύμμαχους τη φαντασία και τη γνώση της για τη ζωή και τους ανθρώπους καταφέρνουν πάντα να μας ταξιδεύουν σε έναν κατ’ επίφαση αληθινό κόσμο.Επηρεασμένο το συνολικό έργο της από την πολυπολιτισμική ταυτότητα της Αλεξάνδρειας, μιας πόλης που ενυπάρχει μέσα μας ζωντανή από την μακρινή μέχρι την πιο πρόσφατη ιστορία μας, αναδεικνύει τις συμπεριφορές των ηρώων της μέσα από ένα ύφος γραφής που διαβάζεται εύκολα καθώς σε κάθε σελίδα του βιβλίου η πλοκή δημιουργεί εικόνες κινηματογραφικές.Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου"Το ανεκπλήρωτο παραμένει αναπόδραστο". Αυτή ήταν η φράση που όριζε πάντα τη ζωή της. Καθώς το τέλος πλησιάζει, η Ελισάβετ, που την εποχή του Mεσοπολέμου υπήρξε διάσημη ηθοποιός και γοητευτική γυναίκα, αναπολεί το παρελθόν της, την Αλεξάνδρεια και το Παρίσι της νιότης της, ξεφυλλίζει νοερά εικόνες οικείες, αγαπημένες όσο και μακρινές, ανασύρει πρόσωπα και γεγονότα από τους δαιδάλους της μνήμης, αφουγκράζεται λόγια και ξεχασμένους ψιθύρους. Θύμα των ψευδαισθήσεών της, ανήμπορη να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από τους θεατρικούς ρόλους που υποδύεται, διχάζεται, στο περιθώριο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ανάμεσα σε δυο άντρες: στον ιδεαλιστή Αλέξανδρο και τον τυχοδιώκτη Πιερ. Η επιλογή της θα τη στιγματίσει για πάντα… Ένα ταξίδι ζωής στη χιλιοτραγουδισμένη Αλεξάνδρεια και στο νοσταλγικό Παρίσι, μια γοητευτική τοιχογραφία του Μεσοπολέμου.

ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ ΠΕΡΣΑ
Η Πέρσα Κουμούτση γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Καΐρου και παρακολούθησε μαθήματα αυτόματης μετάφρασης και διερμηνείας, από τα αραβικά στα αγγλικά, στο Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Καΐρου A.U.C.Ήλθε στην Ελλάδα το 1983 και τα πρώτα χρόνια δίδαξε στη μέση και ανώτερη εκπαίδευση, ενώ από το 1992 ασχολείται επαγγελματικά με τη λογοτεχνική μετάφραση από τα αραβικά και τα αγγλικά. Έχει μεταφράσει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Νομπελίστα λογοτέχνη Naguib Mahfuz, έργα άλλων αράβων δημιουργών, αραβική ποίηση, καθώς και το Κοράνι.Το 2001 τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Καβάφη για το σύνολο των μεταφράσεών της και το 2006 το Αιγυπτιακό κράτος της απένειμε τιμητικό μετάλλιο για τη συνεισφορά της στην προώθηση και προβολή της Αιγυπτιακής και Αραβικής λογοτεχνίας. Έχει μεταφράσει έργα των Naguib Mahfuz, Yusuf Idris, Hoda Barakat, Hassan Abdalla Al Korashi, Padraic O' Conaire, Matt Cohen, Jane Smiley, Githa Hariharan, κ.ά.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2009

Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ


ΛΙΤΣΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ
από την παρουσίαση του βιβλίου, "Ο Δραπέτης" της Λίτσας Πατεράκη
στον Πολυχώρο Άγκυρα
εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος
για το βιβλίο μίλησαν:
ο Δημήτρης Βαρβαρήγος, η Μαρίνα Γκάτσου, η Ελένη Νανοπούλου και η ίδια η συγγραφέας διάβασε κείμενα της.
μουσική από τον Γιάννη Νανόπουλο


Όταν μου έδωσε η Λίτσα Πατεράκη να διαβάσω τα κείμενα της, πριν ακόμη πάρει την απόφαση να τα εκδώσει για να της πω τη γνώμη μου, έμεινα έκπληκτος από τον ελκτικό τρόπο της γραφή της.
Τώρα που το έκδωσε, με τίτλο ο «Δραπέτης», θα μπορούσε με δική μου πάντα γνώμη να φέρει κάλλιστα τον τίτλο «η Λύτρωση». Βέβαια σαν χειρόγραφα δεν είχα νιώσει την αίγλη όπως όταν το διάβαζα από το βιβλίο στο οποίο βρήκα ένα πολύ τρυφερό και έντονα ρεαλιστικό κείμενο.

Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος και όταν το ξαναδιάβασα, αναγνώρισα πόσο στερεή είναι η γραφή της που μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον να το διαβάσω και πάλι με μεγαλύτερη θα έλεγα προσοχή καθώς οι έννοιες που έβρισκα μέσα στο κείμενο κέντριζαν την περιέργεια μου σαν να ήταν η έκπληξη που μου είχε χαρίσει η πρώτη φορά.
Δεν έχω διαβάσει άλλο κείμενο ή άλλο βιβλίο της Πατεράκη για να γνωρίζω και να μπορώ να συγκρίνω τη δυναμική της γραφής της, αλλά από αυτό το βιβλίο βγάζω μόνον θετικά συμπεράσματα.
Μέσα από την άρτια λογοτεχνική περιγραφή των αισθήσεων του Ορφέα, ο ήρωας της Πατεράκη, αφηγείται με εσωτερική και συναισθηματική ένταση τον κόσμο που περιβάλλει τη ζωή του.
Πατέρας, μάνα, αδερφή, η κυρία Έλενα ο πρώτος πόθος και κατόπιν η άσβεστη αγάπη που ξυπνάει στο πρόσωπο μιας Άννας, μα οι τύψεις και οι ενοχές ως κυρίαρχο στοιχείο κατατρώγουν τον τρομερά ευαίσθητο ψυχικό κόσμο που κυοφορείται στην καρδιά του Ορφέα.

Η μυθιστορία εμφανίζεται ως ένας απολογητικός μονόλογος γεμάτος απ’ όλα τα συναισθήματα των τρυφερών ανθρώπων, εκείνων που στις φλέβες τους τραγουδάει το αίμα.
Η Πατεράκη προβάλει έναν δραματικό τόνο λες και η τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης που διαπνέει όλο το βιβλίο να αποτελεί και το κύριο στίγμα του.
Κείμενο πεζό με μέτρο και ρυθμό ποιητικό. Ύφος, λιτό κι απέριττο δίχως επιτήδευση απόδοσης αλλά με αυθόρμητη ικανότητα που αποδίδει ένα σωστό σύνολο που μπορεί ν’ ανταποκρίνεται σε κάθε περίσταση στη δράση του ήρωα της.
Ο λόγος άμεσος και αφαιρετικός δίνει νόημα και ένταση με λιγοστές λέξεις προγράφοντας τα συμβάντα, τους ήρωες και τη δράση τους με την αμεσότητα ενός καλού χειριστή της γλώσσας.
Αυτό εισπράττει ο αναγνώστης, υποβάλλεται στο κλίμα και τις εντάσεις που έχει δημιουργήσει η συγγραφέας έτσι που η συναισθηματική του φόρτιση να είναι ανάλογη με τη δική της.

Η πρώτη αγάπη στην πρώιμη ηλικία φώλιασε για πάντα στη ζωή του. Με θράσος πιάστηκε απ’ την παιδικότητα του, την έγδυσε, τη βίασε και την πέταξε ύστερα στ’ αποκαΐδια.
Και η μετέπειτα έμπυρη γνώση ενός βιασμού τύλιξαν τη ψυχή του με πόνο και συγκίνηση. Πως κατόπιν η αγάπη του που ατσαλώθηκε μέσα στις ίδιες κι απαράλλαχτες ευαίσθητα σκληρές αναζητήσεις όνειδος και συστολής να βρει διέξοδο σε μια καρδιά που ήθελε να μείνει αμόλυντη;
Δεν μπορώ να εκφράσω περισσότερα λόγια για το θέμα του βιβλίου, μην σας χαλάσω το σασπένς της ανάγνωσης. Απλά θα σας μεταφέρω την άποψη μου πως το κείμενο ικανοποιεί μέσα από μια γραφή που εκφράζει τις απόκρυφες αισθήσεις της ειμαρμένης κάθε ανθρώπου.
Αισθήσεις που κινούνται με ειλικρίνεια ανάμεσα στις αληθινές ανθρώπινες προσδοκίες. Η γραφή παρουσιάζει εικόνες από την πραγματική ζωή που όσο επηρεάζουν τον πρωταγωνιστή άλλο τόσο επηρεάζουν και τον αναγνώστη.
Δραπέτης, ο τίτλος του βιβλίου. Αρχικά φαίνεται απλός, αλλά όσο προχωρά η ανάγνωση αρχίζεις να αναγνωρίζεις από τα βιώματα των ηρώων της, ότι αυτή η λέξη περικλείεται από πολλές έννοιες.
Εμμονή-βάσανο-ζέση-λαχτάρα-μανία-μαρτύριο-μίσος-μονομανία-οργή-πάθηση-παραφορά-περιπάθεια-περιπέτεια-πόθο-μοναξιά-απιστία-πληγή-πλεονεξία-ζήλο-αλαζονία.
Έννοιες δυνατές που αν δοθούν με ακόρεστο πάθος, σε κάνουν να αναζητάς τη φυγή ως μία και μοναδική λύση. Όλα αυτά κι άλλα πολλά στοιχεία υπάρχουν στο βιβλίο που αν τα περικλείσουμε σε μία μόνο λέξη, Δραπέτης, ίσως να είναι ο πιο σωστός τίτλος που διάλεξε η Πατεράκη, στην αίσθηση αναζήτηση του ήρωα της για ν’ αλαφρύνει την ψυχή του από τα πολύπλοκα ανθρώπινα σενάρια της ζωής.

Η άμετρη, όπως προείπα, ευαισθησία του Ορφέα, ανέτρεψε τη ζωή του φτάνοντας στο σημείο να αναρωτιέται, αν τελικά ο εγκλεισμός του ήταν πραγματικά η λύτρωση που έψαχνε απεγνωσμένα να βρει η ψυχή του.
Οι τύψεις βαθιά ριζωμένες στην καρδιά του ως διαχρονικοί δήμιοι θλίψης προκαλούν παραληρήματα υστερίας κατασπαράζοντας κάθε του όνειρο. Αλλά και κάθε ελπίδα του πνίγηκε από αυτές δημιουργώντας ένα σώμα προσωπική φυλακή για κάθε του συναίσθημα.

Κι πάλευε τα βράδια μες’ τη σκοτεινιά, όταν οι σκέψεις γίνονταν σκιές σαν τις αναμνήσεις του, τότε ζευγάρωνε με τη λύτρωση. Στη σκοτεινιά αντάμωνε την αγάπη του, ζωντάνευε στο μυαλό του η Άννα κι έψαχνε με τα χέρια να βρει το παράθυρο της άδειας κάμαρας. Μα, ποτέ δεν το έβρισκε. η Άννα δεν είχε φανεί ακόμη.

Και η ίδια η συγγραφέας μαζί με τον ήρωα της, δείχνει μια δύναμη να θέλει να δραπετεύσει, χωρίς όμως ετούτη η απόδραση να μεταφράζεται σε παραίτηση, ούτε και σε μια απόγνωση που να οδηγεί στον μηδενισμό. Αντίθετα, η ελπίδα και η αισιοδοξία υπομένουν ζωντανές στα βάθη τους έτοιμες να φωτίσουν το άπειρο μέλλον τους μέσα από την αναζήτηση της αγάπης.
Αυτή θα φέρει στον Ορφέα την λύτρωση. Αυτή θα τον βάλει στον κήπο με τα γιασεμιά.
Σ’ αγαπώ Άννα.

Η ειλικρίνεια των συναισθημάτων και των προθέσεων των χαρακτήρων της Πατεράκη είναι φορτισμένες από άκρως ανθρώπινες συμπεριφορές γεμάτες ένταση και συγκίνηση που δείχνουν να θέλουν να βρουν μέσα από τη σχέση τους με τον Άλλον την ιδανική στάση ζωής, γι αυτό σε πολλά σημεία του βιβλίου κάποια κείμενα καταλήγουν με ένα ύφος γνωμικής απόρροιας.

Σαν παράδειγμα, κείμενο από τυχαία σελίδα:
Εκεί που η λέξη άγριος δεν υπάρχει πια. Σ’ εκείνον το δικό μου κόσμο ελεύθερα κι όχι άγρια τα πουλιά φτερουγίζουν ανεξάντλητα στην περιφέρεια του χρόνου. Κάθε που φτάνουν σ’ αυτό το αόρατο σημείο της ένωσης του άπειρου παρελθόντος με το άπειρο μέλλον γενούν την φαντασία που καλπάζει σ’ ιπτάμενα ακατέργαστα επίπεδα. Γενούν την μεγάλη Ιδέα της λύτρωσης, την αετόμορφη κι εκεί όλες οι θάλασσες αναρριγούν.


Το κείμενο αναδεικνύει το γόνιμο πείσμα της συγγραφέως να πετύχει μέσα από την αφήγηση του ήρωα της, το στόχο της να δημιουργήσει ένα αποτέλεσμα που να ανταποκρίνεται σε κάθε περίσταση ώστε να προκαλέσει την ευχαρίστηση εκείνη που χαρίζει το ευανάγνωστο.
Αγαπητή μου φίλη Λίτσα συγχαρητήρια και καλή συνέχεια.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008


ΛΥΔΙΑ ΛΑΒΔΑ



Βιογραφικό Σημείωμα-Λυδία Λάβδα
Γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Μάη 1979
Μουσικός - σπουδές στο μοντέρνο τμήμα διπλώματος του ωδείου "Φίλιππος Νάκας". Ποιήτρια - μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (Π.Ε.Λ). Μέλος της Association Internationale de la Critique Litteraire (A.I.C.L.) Εκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού "Αλεξίσφαιρο".
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΙΒΛΙΩΝ:
"ΑΔΕΙΑ ΣΚΗΝΗ" (ποιητική συλλογή).Έκδοση περιοδικού "Αλεξίσφαιρο"-1994 (Εικονογράφηση Χρήστος Θεοφίλης , πρόλογος Ανδρέας Αρτέμης).
"ΣΧΗΜΑΤΑ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ" (Ποίηση).Έκδοση περιοδικού "Ομπρέλα"-1997 (Εικονογράφηση Μιχάλης Αρφαράς, πρόλογος Δημήτρης Καραμβάλης).
"ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ" Ποιήματα.'Εκδοση των περιοδικών τεχνών και γραμμάτων : "Παρένθεση στην τέχνη και στον λόγο"- "Αλεξίσφαιρο"- "Δον Κιχώτης" -Α' 'εκδοση 2001,Β 'εκδοση 2003 ( Εικονογράφηση Κώστας Ευαγγελάτος).


"ΠΡΟΣΕΓΓΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ" Κριτικές σημειώσεις σε λογοτεχνικά και εικαστικά έργα σύγχρονων δημιουργών και συνεντεύξεις.Έκδοση "Αλεξίσφαιρο"-2002(Εικονογράφηση Μιχάλης Αρφαράς,Κώστας Ευαγγελάτος κ.α).


σχήματα συνείδησης

ΥΠΑΡΞΙΑΚΟΣ ΕΙΚΟΝΟΛΗΠΤΗΣ
Φτύνει ο ουρανός τις ματαιόδοξες χαρές μας.
κεραυνοί αγκαλιάζουν το στείρο παρόν
και λικνίζονται στις μελωδίες της σιωπής.
Συννεφιασμένα βλέμματα
αναζητούν τα σκοτεινά φώτα
της αιωνιότητας.





Ιατρικό Ανακοινωθέν του Κόσμου

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΜΕΣΑ ΜΟΥ

Το βλέμμα μέσα μου
παγωτό χωνάκι με τριμμένο φυστίκι και σιρόπι ενοχών
λιώνει
στην πρώτη κιόλας αχόρταγη δαγκωματιά.



Διαβάζοντας την ποίηση της Λυδίας Λάβδα η αίσθηση της καταφυγής εξανεμίζεται μπροστά στην ενεργό δύναμη της τραγικότητας των ανθρώπινων αισθήσεων και καταστάσεων, θέτοντας σε κίνηση τη διαδικασία του νου να πραγματοποιεί την υπέρβαση μέσα από τον ανθρώπινο λόγο.

Γραφή που δεν οριοθετείται μόνο στα γνωστά είδη ποίησης: λυρική, επική, διδακτική, ηθογραφική, αλλά κυρίως καταφέρνει να επεκτείνεται με συναισθηματική δεινότητα στην ανίχνευση οντολογικών προβλημάτων.

Δημήτρης Βαρβαρήγος



αδεια σκηνή
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ...

Ωχρή φιγούρα
ανεβαίνω τα σκαλοπάτια του χρόνου.
Ακούω έναν ήχο μακρινό
βοή από ανθρώπους που ξέχασαν
από ανθρώπους που ξεχάστηκαν...


Απέχουν από μένα μία απόσταση αναπνοής.
Καθαρό νερό που μετατράπηκε σε λάσπη
άνθρωποι που ξεχασαν...
άνθρωποι που ξεχάστηκαν...



Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ




Αυτή την κρίση δεν θα την αποφύγει κανείς!

«Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ» της Τιτίνας Δανέλλη, Εκδ. «Αρμός», σελ. 362, τιμή: 16 ευρώ.
Με τριάντα χρόνια εκδοτικής παρουσίας πίσω της και άλλα τόσα δημοσιογραφικής εμπειρίας, με άποψη για ό,τι συμβαίνει στη χώρα της και στον κόσμο και με βαθιά γνώση της υπαρξιακής πληγής που κάποια στιγμή ανοίγει στα στήθη του καθενός, η Τιτίνα Δανέλλη υπογράφει ένα καινούργιο μυθιστόρημα με ό,τι όλα αυτά συνεπάγονται.
«Η τέταρτη γυναίκα» ο τίτλος του. Και οι βασικοί του ήρωες μια παλαίμαχη και παρωχημένη δημοσιογράφος και ένας στρατηγός της ΕΛΑΣ που είναι και δεν είναι ό,τι δηλώνει.
Οι καινούργιες συνθήκες ξεπερνούν και τους δυο. Καθώς και το έγκλημα που είναι μονάχα το πρόσχημα. Η ανθρώπινη ψυχή και οι αντιφάσεις της είναι το πρωτεύον. Και όλα τ’ άλλα ο καμβάς, η αγωνία και το μυστήριο της πλοκής.
Με εξαιρετικά ελληνικά, αυτοσαρκασμό και ζωντανούς και σπαρταριστούς διαλόγους (η συγγραφέας έχει ασχοληθεί και με το θεατρικό έργο), το μυθιστόρημα αποτελεί μια σύγχρονη υπαρξιακή ιστορία. Με τα κεντρικά πρόσωπα σε κομβικά σημεία να κάνουν τον απολογισμό.
Στο πρώτο κεφάλαιο είναι ένας άντρας που φεύγει. Μαζεύει τα πάντα και συμπεριφέρεται σα να πρόκειται για «τελευταία φορά». Αμέσως το σκέφτεσαι πως πρέπει κάτι φρικτό να του έχει συμβεί.
Η επόμενη σκηνή εκτυλίσσεται σε μια τράπεζα. Βρίσκεται εκεί για να σηκώσει το «έχει του». Ώσπου μια σφαίρα που δεν γνωρίζεις αν είναι ή δεν είναι αδέσποτη του αφαιρεί τη ζωή.
Ό,τι ακολουθεί είναι γύρω απ’ αυτόν τον άντρα. Τον Αχιλλέα Δεσύλλα. Και τον περίεργο θάνατό του.
Απασχολεί πρώτα, τον Άγγελο Βλάχο, στρατηγό της ΕΛΑΣ, που ένοιωθε και δεν ένοιωθε να ανήκει την αστυνομία. Αλλά και την δημοσιογράφο Ευγενία Ευγενικού, που ένοιωθε και δεν ένοιωθε να ανήκει στην εφημερίδα της αλλά ποτέ δεν έπαψε ό,τι συμβαίνει γύρω της να την καίει και να την απασχολεί.
Γύρω τους θα στηθεί ένα απίθανο ανθρώπινο γαιτανάκι με άξονα «ένα μεγαλειώδες ανθρωπάκι» τον Λέοντα Βλασσόπουλο. Ο οποίος γοητεύει και παντρεύεται, προδίδει και χωρίζει και ξαναπαντρεύεται, προκόβει στο εξωτερικό με κινήσεις θολές, και επαναπατρίζεται για να μην παντρευτεί η κόρη του τον Αχιλλέα Δεσύλλα.
Ένα ατύχημα για το οποίο ευθύνεται ο Λέων θα φέρει στο μάτι του κυκλώνα ως ηθικό αυτουργό τον Αχιλλέα και το νεαρό κορίτσι στο νοσοκομείο σε κώμα.
Γύρω από την ενοχή ή όχι του Λέοντος, κινούνται οι τρεις γυναίκες της ζωής του. Και αναζητείται η τέταρτη που αποτελεί και το κλειδί.
Η ταυτότητα της οποίας δεν θα μας αποκαλυφθεί παρά μονάχα στην τελευταία σελίδα. Αφού έχουμε προηγουμένως εντρυφήσει αρκετά στην ανθρώπινη ψυχή. Στην αντιφατική φυσιογνωμία του Λέοντος Βλασσόπουλου και στην ανθρώπινη μανία του «έρωτας για τον έρωτα». Στην υπαρξιακή κρίση του Άγγελου Βλάχου και στην ιδεολογική κρίση και το παρελθόν της Ευγενίας Ευγενικού. Στην θανατοφοβία ενός σπουδαίου χειρούργου και στα φαντάσματα που ποτέ δεν παύουν να υπάρχουν μέσα μας. Στην αγάπη που γίνεται μίσος και στην εκδίκηση που μπορεί να σε κρατήσει σε εγρήγορση μια ολόκληρη ζωή.
Στο φινάλε, όλοι είναι και θύτες και θύματα. Κι ο δολοφόνος θα αποκαλυφθεί όπως και η αλήθεια θα φανερωθεί όταν ο Άγγελος Βλάχος έχει πια κάνει στην άκρη.
Θέσεις κλειδιά του βιβλίου, η άποψη του Λέοντος για τον έρωτα: «Βιαζόταν να παντρευτεί, για να γιατρευτεί από τον έρωτά του. Για να χωρίσει… όπως συνεχώς κάνει. Έτσι ώστε να είναι ψυχικά ελεύθερος για να ερωτεύεται! Να παντρεύεται! Να λυτρώνεται!»
Η άποψη των γυναικών του γι’ αυτόν: «Ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας επιτηδευμένος φελλός, ένας κοινός ψεύτης, ένας ερωτόληπτος, ένας νάρκισσος, που άνετα θα μπορούσε να καταδικαστεί στη συνείδηση κάποιου φυσιολογικού ανθρώπου για ερωτική αλητεία».
Θέση κλειδί του βιβλίου, η άποψη του φίλου του, σχεδόν άποψη αφηγητή: «Ο Λέων είναι παιδί της ζωής. Και η ζωή είναι και ερωτική. Είναι και επιπόλαια, είναι και εγωιστική και αντιφατική. Και σκληρή και τρυφερή, και θλιβερή και χαμογελαστή. Κυρίως όμως είναι αγενής».
Ένα μυθιστόρημα που απεικονίζει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Με μυστήριο και άποψη. Διαρκείς ανατροπές και χαρακτήρες ντοστογιεφσκικής δύναμης και υφής. Στο μεταίχμιο διαρκώς της ζωής που ζούμε και σε εκείνη που επιθυμήσαμε, ελπίσαμε, αγωνιστήκαμε κι αποτύχαμε ή δεν τολμήσαμε το κατώφλι της να το διαβούμε ποτέ. Γραμμένο παρά την αποδοχή του με μια εφηβική και ιδεολογική απολυτότητα και το μαρτύριο του Σίσυφου να εκτυλίσσεται προσωπικά, επαγγελματικά, κοινωνικά, πολιτικά, την κάθε στιγμή.
Κυρίαρχο ερώτημα: «Μήπως ήταν αργά για κάθε αλλαγή, επαγγελματική ή προσωπική;»
Και για τους ήρωες του βιβλίου, συνήθως ήταν αργά.


Εργογραφία:
Η Τιτίνα Δανέλλη (Μαρία Χριστίνα) γεννήθηκε στην Αθήνα.
Σπούδασε Ιταλική Φιλολογία στη Νάπολη και στη Ρώμη.
Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε πολλά περιοδικά («Ένα» και «Και») και σε απογευματινές εφημερίδες στο ελεύθερο και καλλιτεχνικό ρεπορτάζ.
Επίσης, έγραψε σενάρια για τηλεοπτικές σειρές και έκανε πολλές μεταγλωττίσεις από ξένες ταινίες.
Από το 1985 εργάζεται αποκλειστικά στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης».
Έγραψε:
«Ο επιτυχημένος» μυθιστόρημα (Χρυσή Πέννα, 1971),
«Αντιπερισπασμός» μυθιστόρημα (Πνευματική πορεία και Χρυσή Πέννα, 1973),
«Αίθουσα αναμονής» νουβέλα (1974),
«Σερ Γρέγκορι ή Καπετάν Γρηγόρης» (Δώμα, 1986),
«Ένα και ένα κάνουν όσο θες» μυθιστόρημα, σε συνεργασία με τον Μάνο Κοντολέων (Καστανιώτη, 1981),
«Έρως διατηρητέος έως…» θεατρικό έργο, βραβείο ΥΠΠΟ 1993 (Εκδ. «Αρμός»),
«Ο θρήνος της Κλεοπάτρας» (Νέα Σύνορα, 2000),
«Το παιχνίδι του Δικαστή» (Αρμός, 2002),
«Εκ των πραγμάτων» αστυνομικό μυθιστόρημα σε συνεργασία με τον Θανάση Μπαλοδήμα (Περίπλους, 2003).
«Η τέταρτη γυναίκα», αστυνομικό (Αρμός, 2004)
Συμμετοχή στα «Ελληνικά Εγκλήματα» (Καστανιώτης, 2007)
«Ο ταγματάρχης», θρίλερ κατασκοπείας με τον Θανάση Παπαρήγα, (Πύλη, 2007)

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008

Η Αδελφότης των Στεναγμών





Η αδελφότης των στεναγμών
Παρουσίαση του βιβλίου
στο bacaro
στις 19 Μαρτίου 2008

Διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον το βιβλίο «Η αδελφότης των στεναγμών», του Νίκου Ντακάκη που κυκλοφόρησε τo 2007 από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος.
Από την πρώτη παράγραφο με γέμισε ενδιαφέρον, μου τόνωσε την περιέργεια για την εξέλιξη της μυθιστορίας και την τύχη των ηρώων.
Με επιδέξιο αφηγηματικό τρόπο, ο συγγραφέας καταφέρνει από την πρώτη σελίδα να μπαίνει στα βαθιά με τη δυνατή πλοκή και τις διαδοχικές συνεχείς ανατροπές, όπου κάθε κεφάλαιο να τελειώνει με μια κατάσταση σύγκρουσης ή δοκιμασίας που επιζητεί την λύση της, δίνοντας την υπόσχεση της έντονης δράσης προσφέροντας το θετικό ενδιαφέρον του αναγνώστη να συνεχίσει το διάβασμα..
Είναι αυτό που λέγεται για ένα καλό μυθιστόρημα πως, η επιτυχία του πεζού λόγου προκύπτει από την ένωση γνώσεων, φαντασίας, συναισθηματισμού και ικανότητα απόδοσης. Αυτά τα στοιχεία είναι ορατά κατά την ανάγνωση καθώς αντάμωνα ένα ρευστό κείμενο γραμμένο από δημιουργική, ένταση.

Συνηθίζω για όποια βιβλία καλούμαι να μιλήσω να μην αναφέρομαι ιδιαίτερα αναλυτικά στο θέμα, διότι θεωρώ πως η συνεκτική αυτή αναφορά τις περισσότερες φορές μπορεί να αποδειχτεί πετυχημένη ή ανεπιτυχής, εύστοχη ή άστοχη μου είναι αδιάφορο καθώς αυτή θα είναι η κρίση μου και δεν θα δύναμαι να εκφέρω κάποια άλλη, όμως αυτή η πρακτική σκορπίζει τη μαγεία της ανάγνωσης.
Αν εγώ τώρα σας αποκαλύψω το θέμα της ιστορίας, η διαδικασία αναγνώρισης του μύθου και των ηρώων θα χάσει την αίγλη που προσφέρει όταν θα το διαβάζετε, γι αυτό επιτρέψατε μου να μιλήσω για τη δυναμική του συγγραφέα και του χαρακτήρες που δραματοποιούν το έργο του.

Σαν παζλ ο Νίκος Ντακάκης, ενώνει τα κομμάτια από τη ζωή των ηρώων του. Ξετυλίγει το αμπαλάζ του γενεαλογικού δέντρου, των οικογενειών που δρουν στο μύθο του, σε έναν κόσμο γεμάτο ομορφιές, αγωνίες, δύσκολες επιλογές, ανατροπές, επιτυχίες, έρωτες και θανάτους. Με άρτιες περιγραφές που δημιουργούν όμορφες εικόνες εξελίσσεται η μυθιστορία γεμάτη πάντα από απροσδόκητα γεγονότα και τροπές στην ξαφνική μεταβολή της ισορροπίας δυνάμεων.
Παρ’ όλο που στο μυθιστόρημα υπάρχουν πολλοί χαρακτήρες και οι σπονδυλωτές αναφορές σε αυτούς από κεφάλαιο σε κεφάλαιο και με τη χρονική απόσταση που παρουσιάζονται θα μπορούσαν κάλλιστα να μπερδέψουν τον αναγνώστη, ο συγγραφέας έντεχνα υπενθυμίζει μέσω της αφήγησης κάποια στοιχεία της ταυτότητας τους και των γεγονότων που ενώνουν την προηγούμενη κατάσταση με την επόμενη, δίχως αναμνησιακές περιγραφές κάποιου αφηγητή για το χώρο και το χρόνο, το αποκαλούμενο flash back.
Σύνθετη η πλοκή με αλυσιδωτές αντιδράσεις όσον αφορά τους χαρακτήρες του έργου, με την παρεμβολή παράλληλων ιστοριών που εξελίσσονται ταυτόχρονα με αυτή των κύριων πρωταγωνιστών, φωτίζοντας το κυρίως θέμα του βιβλίου.





Είναι η πρακτική μιας γραφής που βλέπουμε στα θεατρικά έργα του Σαίξπηρ με τις παράλληλες ιστορίες που αξιοποιεί το στοιχείο της αντίθεσης τόσο που να δίνει έμφαση στο βασικό του θέμα.
Αυτό είναι πολύ δύσκολο εγχείρημα για έναν συγγραφέα σε ένα έργο 400 σελίδων όπως του Ντακάκη, να βάλει τους ήρωες του να δρουν μέσα στα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα ενός τόπου με χωροχρονική σειρά χωρίς ασάφειες ώστε να ελαφρύνουν κι όχι να δυσκολέψουν την ανάγνωση.

Αυτό το δύσκολο στάδιο το ξεπέρασε ο συγγραφέας με επιτυχία, όπως το ίδιο πέτυχε και με τις συγκρουσιακές δοκιμασίες και τις συναισθηματικές αντιδράσεις των κύριων, αλλά και των δευτερευόντων χαρακτήρων να είναι απόλυτα πειστικές και χωρίς ασαφή σημεία, πράγμα που τους καθιστά αληθοφανείς και άρα προσιτούς στον αναγνώστη να ταυτιστεί μαζί τους.
Η αίσθηση του χώρου και του χρόνου διαφαίνονται και σκιαγραφούνται μέσα από τους ήρωες του έντονα σε κάθε αναφορά. Ο ρυθμός αφήγησης και οι διακυμάνσεις των γεγονότων, μεταβάλλουν τον περίγυρο σκιαγραφώντας περίτεχνα την ψυχολογική διάθεση των ηρώων.
Οι αναλυτικές περιγραφές χαρίζουν εικόνες που μέσα τους αναγνωρίζονται περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά τον περίγυρο στη ροή των γεγονότων.

Θυμόμαστε και μιλάμε για ένα βιβλίο που διαβάσαμε και μας άγγιξε γιατί ο συγγραφέας κατάφερε να δημιουργήσει αληθινούς χαρακτήρες που μας κάνουν να ταυτιζόμαστε με τα προβλήματα τους.
Όταν αυτή η καταγραφή πετύχει, μένουν ατόφιες στη μνήμη μας οι επιθυμίες, οι πράξεις και οι πρακτικές των χαρακτήρων τους. Θυμόμαστε τα πάντα για τη ζωή τους και πολλές φορές ακολουθούμε τις εμπειρίες τους και στα προβλήματα της δικής μας ζωής.
Η Αλεξάνδρα, ο Αντώνης Κουταλάς, η Κατερίνα, ο Δημήτρης Γιωργάκης, η Τασούλα, ο Μιχάλης, ο Απόστολος και αρκετοί άλλοι, είναι άνθρωποι απλοί γεμάτοι όνειρα που αναζητούν να ζήσουν μια ζωή ήσυχη κι ανέμελη. Είναι κι αυτοί κάποιοι από τους συνανθρώπους μας που έζησαν πολέμους, καταστροφές, φιλίες, έρωτες, πόνους και θλίψεις.
Κάποιοι ευτυχισμένοι όπως ο Δημήτρης και η Τασούλα που είχαν αποκτήσει τρία παιδιά τον Γιώργη, την Αγάπη, τον Μανόλη κι άλλοι, όπως ο Κώστας και η Σοφία αποφασισμένοι για τα εμπόδια και τις ατυχίες τους να συνηθίσουν τη ζωή όπως τους χαρίζεται, αλλά με αγάπη.
Εποχές με σοβαρές κοινωνικοπολιτικές ανατροπές που φέρνουν οι πόλεμοι. Ζωές γεμάτες απογοητεύσεις για όνειρα που δεν θα πραγματοποιηθούν. Και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο, την κατοχή, τον εμφύλιο, η δεκαετία του 50 φέρνει την ανασύνταξη των ψυχικών κομματιών που έμειναν ανέπαφα. Δεκαετία του 60 με την πικρή εμπειρία της δικτατορίας, μια εποχή που άρχιζε να φέρνει μαρασμό στις επαρχιακές πόλεις με τη φυγή πολλών ανθρώπων στις αστικές πόλεις για μια καλύτερη ζωή. Ο Δημήτρης Γιωργάκης μεταφέρει τα όνειρα και τις ελπίδες του στο θυρωρείο μιας πολυκατοικίας στην Αθήνα κι εκεί συναντάει την Αλεξάνδρα μια όμορφη κοπέλα που όταν αυτή μαθαίνει από τον Αντώνη Κουταλά το μυστικό της κορύφωσης όλου του βιβλίου που βεβαίως την αφορά και το οποίο όμως δεν αποκαλύπτεται, παρά προς το τέλος για να κλείσει ο κύκλος της ιστορίας.
Έτσι αρχίζει στο πρώτο κεφάλαιο ο συγγραφέας δυναμικά και με κορύφωση που κρατάει ζωντανό το ενδιαφέρον στον αναγνώστη να μας παρουσιάζει τους ήρωες του, αληθινούς κι ευάλωτους, γεμάτους με όλα αυτά τα συναισθήματα που τρέφουμε όλοι μέσα μας.
Στην πορεία της μυθιστορίας τους οι ήρωες που ενώ ο καθένας τραβάει το προσωπικό του Γολγοθά εμπλέκονται με τις παράλληλες ιστορίες τους τόσο απόλυτα που οι αντιδράσεις τους να σ’ επηρεάζουν ανάλογα με τη ψυχική τους κατάσταση.
Το λέω διότι το βίωσα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης σε αυτό το ομολογουμένως ποιοτικό κείμενο.
Διότι το ποιοτικό μυθιστόρημα δεν προσφέρει μόνο την τέρψη της ανάγνωσης αλλά και τον προβληματισμό. Αυτό συμβαίνει με το βιβλίο του Ντακάκη καθώς αναπτύσσει το θέμα του στο βάθος του χρόνου ταυτόχρονα με τη ψυχολογική κατάσταση και συναισθηματική φόρτιση των ηρώων του ώστε να συντελεί στην καλύτερη αποτύπωση της ζωής.

Όταν ένα βιβλίο έχει καλά δομημένους χαρακτήρες μας είναι αδιάφορη η πλοκή της ιστορίας. Μπορεί ο δημιουργός να τους εντάξει σε οποιοδήποτε περιβάλλον, σε οποιονδήποτε μύθο, σε οποιονδήποτε χωροχρόνο που να έχει αφήσει ή και να αφήνει ακόμη πίσω του μια όμορφη αίγλη, αλλά να μην μας συγκινεί η καταγραφεί του διότι οι χαρακτήρες κινούνται σαν σκιές, δεν είναι σωστά δομημένες, δηλαδή, δεν είναι άψογα σκιαγραφημένοι όπως απαιτεί η καλή λογοτεχνία.
Αυτοί είναι που προσδίδουν πάντοτε σε ένα κείμενο την απόλυτη δυναμική. Από αυτούς εξαρτάται να μας οδηγήσουνε στον κόσμο τους, στις επιθυμίες και στα όνειρά τους. Στις όποιες αναζητήσεις τους και να ταυτιστούμε και ακόμη - ακόμη να σπαράξουμε μαζί τους για τα λάθη, τις αποτυχίες και τα θέλω τους.
Τρυφερό και έντονα ρεαλιστικό μυθιστόρημα. Μια εσωτερική συναισθηματική και άρτια λογοτεχνική περιγραφή για τις δεκαετίες που πέρασαν κι όσοι τις έζησαν γνωρίζουν πόσο καλά τις ζωντανεύει στη μνήμη τους ο συγγραφέας. Αλλά και οι νεότεροι μαθαίνουν γι αυτές μέσα από τους ήρωες, την πλοκή και τη δράση τους.
Κείμενο που ικανοποιεί. Αισθήσεις που κινούνται με ειλικρίνεια ανάμεσα στις αληθινές ανθρώπινες προσδοκίες.
Η γραφή παρουσιάζει εικόνες από την πραγματική ζωή που όσο επηρεάζουν τους πρωταγωνιστές άλλο τόσο επηρεάζουν και τον αναγνώστη.

Η αδελφότης των στεναγμών, αρχικά ο τίτλος χαρίζει μυστήριο, ξυπνάει το απλό βιβλιοανγνωστικό ενδιαφέρον να το πιάσεις στα χέρια σου, να το εξιχνιάσεις. Και δεν λαθεύεις, μετά την αρχική ματιά αρχίζει αυτή η περίεργη γοητεία που ασκεί στον αναγνώστη το άρτιο κείμενο να το διαβάσει, να το ρουφήξει.
Στην αρχή κατά την ανάγνωση γεννιέται το ερώτημα τι σχέση έχει ο τίτλος του βιβλίου, η αδελφότης των στεναγμών, αλλά όσο προχωρά η ανάγνωση αρχίζεις να αναγνωρίζεις από τα βιώματα των ηρώων, πως αυτός ο τίτλος, άλλωστε το αναφέρει ο συγγραφέας, είναι ο πλέον κατάλληλος καθώς φανερώνει, τη μεγάλη τελετή της αδελφότητας των στεναγμών του κυρίου μας. Ότι πιο ιερό έχει η πίστη μας είναι οι στεναγμοί κι οι οδύνες που είχε ο κύριος πάνω στο σταυρό. Αυτοί οι ίδιοι στεναγμοί και οι οδύνες κρατούν και συνενώνουν τις ζωές των ηρώων του Ντακάκη τόσο άρρηκτα δεμένους όσο δεμένους κρατά μεταξύ τους ανθρώπινους μυστικούς δεσμούς και στα πραγματικά γεγονότα της ίδιας της ζωή μας.
Αυτό λοιπόν είναι το βιβλίο του Ντακάκη, μια πραγματικότητα γεμάτη αναζητήσεις, ανατροπές, ένα βιβλίο γεμάτο ζωή.

Στη λογοτεχνία υπάρχουν δυο κύριες θεματικές κατηγορίες. Ιστορίες που στηρίζονται κυρίως στη δράση και σε ιστορίες που στέφουν τη δυναμική τους στην απεικόνιση των ηρώων.
Το βιβλίο αυτό του Ντακάκη ακολουθεί το δεύτερο τύπο όπου τα περιστατικά ρέουν μέσα από την εξέλιξη και την αλληλεπίδραση των ηρώων και είναι σίγουρο πως δεν αφήνουν αδιάφορο τον αναγνώστη, αλλά αντίθετα τον συγκινούν και τον συναρπάζουν.
Εδώ υπάρχει και μια σχηματική διάκριση. Στον πρώτο τύπο συνήθως ανήκουν τα μυθιστορήματα μαζικής κατανάλωσης, ο δεύτερος σε μυθιστορήματα αξιώσεων.
Διάβασα με μεγάλη προσοχή το βιβλίο του Ντακάκη και με τη δική μου σχηματική άποψη κατατάσσω το βιβλίο του στον δεύτερο τύπο, δηλαδή στα μυθιστορήματα αξιώσεων.

Δεν έχω να πω περισσότερα, θα φτωχύνω ίσως τη δυναμική του βιβλίου καθώς τείνω να ομολογήσω, πως δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα να εκφέρονται προσωπικές απόψεις. Η προσέγγιση του έργου σαφώς δεν ταυτίζεται με την κριτική, αλλά δεν παύει να είναι το χειρότερο μέσο για ν’ αγγίξεις στο βάθος ένα έργο. Συμβαίνει συχνά για να μην πω πάντα σε πετυχημένες παρανοήσεις. Δεν μπορεί ο κάθε κριτής να συλλάβει και να εκφράσει τη ψυχική διεργασία του δημιουργού τη στιγμή της δημιουργίας του. Και απ’ ότι φαίνεται η δημιουργική δυνατότητα του Νίκου Ντακάκη πατάει σε γερές βάσεις και είμαι σίγουρος πως σύντομα θα παρουσιάσει κι άλλη δουλειά του δίνοντας του την ευχή να ξεπεράσει σε απόδοση και επιτυχία την προηγούμενη.

Δημήτρης Βαρβαρήγος, συγγραφέας








το πρώτο βιβλίου του Νίκου Ντακάκη, "Όπως τ' όνειρο"

ΟΙ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η μέρα ήτανε δύσκολη, από τις πιο επεισοδιακές του φετινού χειμώνα. Απεργίες παντού, διαδηλώσεις, αγριεμένοι συνδικαλιστές, πανώ, ντουντούκες, αιτήματα, συνθήματα αγωνιστικά, ξεσηκωμός. Στη Βουλή η κυβέρνηση έδινε μια από τις πιο κρίσιμες μάχες για να περάσει το νομοσχέδιο για το λεγόμενο ασφαλιστικό κι οι εργαζόμενοι βγήκαν στους δρόμους αποφασισμένοι να παλέψουν για ένα δικαίωμα στο αύριο.Βουνά τα σκουπίδια, ακινητοποιημένα μετρό και υπόλοιπα μέσα μαζικής μεταφοράς, κλειστά τα μαγαζιά, με κατεβασμένα μέχρι κάτω τα ρολά κι ασφαλισμένα με σίτες ειδικές, για να προστατευτούν από πιθανές επιθέσεις και καταστροφές. Μπροστά από τα κυβερνητικά κτίρια, τις διασταυρώσεις, τις πλατείες και τα ευαίσθητα σημεία της πόλης, πάνοπλοι αστυνομικοί με στολές εκστρατείας, κράνη, γκλομπ ανά χείρας και τα όπλα στον ώμο κι ένα βλέμμα από αδιάφορο μέχρι αιμοβόρικο από την ταλαιπωρία, την κούραση και την αγανάκτηση. Μια γεύση στυφή να φτάνει στο στόμα από τα χημικά και τα μάτια να τσούζουν από τα δακρυγόνα. «Μακριά τα χέρια από τα μάτια γιατί θα σε τσούζουν περισσότερο μετά, φταρνίσου ελεύθερα όμως, αν θέλεις», άκουσα έναν να συμβουλεύει τον διπλανό του. Αυτή ήταν η εικόνα του κέντρου της Αθήνας την Τετάρτη 19 του Μάρτη. Από νωρίς το μεσημέρι μ’ έζωναν τα φίδια. Η εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου μου ήταν προγραμματισμένη από καιρό και δεν μπορούσε με τίποτα ν’ αναβληθεί αφού είχε κλειστεί ο χώρος κι οι προσκλήσεις είχαν διανεμηθεί προ πολλού. «Λαχείο μέρα μάς έτυχε», έλεγα στην γυναίκα μου που μάταια προσπαθούσε να μου δώσει θάρρος. Ο χρόνος κόλλησε, λες, κι οι ώρες δεν περνούσαν. Οι διαδηλώσεις δεν έλεγαν να σταματήσουν κι ας είχε πάει κιόλας τέσσερις και μισή. Ένας κρότος ξερός ακούστηκε στο ύψος του Πανεπιστημίου κι ύστερα άλλος κι άλλος. Πάλι έριχναν χημικά. Πάλι κάποιοι έτρεχαν στους δρόμους κυνηγημένοι από τα ΜΑΤ και τους ειδικούς φρουρούς. «Πάει, την κάτσαμε τη βάρκα».Βραδάκι ώρα 7,00. Δεν έχει νόημα να κάθομαι άλλο στο ξενοδοχείο. Έτσι κι αλλιώς να ηρεμήσω δεν μπορώ. Ανηφορίζω την Πανεπιστημίου, περνώ τη Σταδίου, φτάνω στον χώρο. Ο αγαπητός μου Δημήτρης Αετουδάκης, ομιλητής της βραδιάς, είναι εκεί ιδιαίτερα ανήσυχος. Το ίδιο κι ο Ηλίας Μπαρτζουλιάνος, ο εκδότης, που πίσω από το αμήχανο χαμόγελο δεν μπορούσε να κρύψει την αγωνία του. Η ώρα περνά κι άνθρωπος δεν εμφανίζεται. Η αγωνία μου χτυπάει κόκκινο και μια ανατριχίλα με διαπερνά. Τσάμπα πήγε το ταξίδι, σκέφτομαι, άσκοπες οι ετοιμασίες, άδικα θα πάει κι ο μπουφές. Κι εκείνη την ώρα, οκτώ παρά, σε είδα. Εσένα, αγαπητή μου φίλη, εσένα, φίλε μου αγαπημένε, που βρήκες αυτή τη μέρα για ν’ αφήσεις το σπίτι σου, την ησυχία σου, τη βολή σου, κι έφτασες στην οδό Σοφοκλέους, στο αίθριο του πολυχώρου Bacaro, για να παραβρεθείς στην παρουσίαση του βιβλίου μου και να με τιμήσεις. Κι εγώ τώρα πώς να σ’ ευχαριστήσω και πώς να βγάλω την υποχρέωση; Ένας ένας, παρέες παρέες, οι φίλοι, οι γνωστοί, οι άγνωστοι σ’ εμένα, άρχισαν να μαζεύονται. Ανάμεσά τους κι επώνυμοι. Οι τ. βουλευτές Μανόλης Όθωνας και Μιχάλης Νεονάκης, ο τ. Νομάρχης Κώστας Στρατινάκης, ο πρόεδρος της Παγκρητίου Ενώσεως Γιώργος Μαριδάκης, οι στρατηγοί ε.α. Βασίλης Αποστολάκης και Σταύρος Φωτάκης, λογοτέχνες, συγγραφείς, ποιητές κι ένας κόσμος που ήθελε να μου μιλήσει, να μου σφίξει το χέρι, να με συγχαρεί, να μ’ ενθαρρύνει. Βιαστικός ο Αετουδάκης ξεκινά την ομιλία του και λέει λόγια ζεστά, από την καρδιά του βγαλμένα. Ησυχία στο ακροατήριο, ατμόσφαιρα μυσταγωγική όσο μιλά σιγανά, με διδακτικό ύφος, ο Δημήτρης Βαρβαρήγος, συγγραφέας και δάσκαλος σεναριογραφίας. Η άλλη ομιλήτρια, η Χρυσούλα Δημητρακάκη, με το που ανοίγει το στόμα της ξεχειλίζει ποίηση. Απευθύνουν κι άλλοι χαιρετισμό κι ύστερα έρχεται η σειρά μου. Να πω στ’ αλήθεια τι, με τόση συγκίνηση που μ’ έχει καταλάβει; Είναι στιγμές που τα λόγια βγαίνουν δύσκολα και δεν μπορούν ν’ αποδώσουν τη δύναμη του συναισθήματος κι η λέξη ευχαριστώ σίγουρα δεν φτάνει για να τα καλύψει. Είναι όμως η μόνη κι έτσι αναγκαστικά αρκούμαι σ’ αυτήν.
21 Μάρτιος 2008 1:52 μμ

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2008

"Ο θησαυρός της Χέλεν Σάλλιβαν"






Η ζωή της Amy Mims είναι συνυφασμένη με όσα έχουν γίνει στην Ελλάδα και με πολλές από τις πιο ενδιαφέρουσες και σημαντικές προσωπικότητες της Ελληνικής λογοτεχνίας και καλλιτεχνικής έκφρασης των τελευταίων ανήσυχων δεκαετιών.


Μέσα στο ψηφιδωτό των βιβλίων γραμμένων για την Ελλάδα, από δημιουργικούς ανθρώπους του πνεύματος, που έχουν βιώσει τον Ελληνικό κόσμο με το μοναδικό προσωπικό τους ύφος, το έργο της Μιμς εύχομαι να πάρει τιμητική θέση.



Παρουσίαση του βιβλίου
«Ο Θησαυρός της Χέλεν Σάλλιβαν»
εκδόσεις: οδός Πανός,

Κυρίες, κύριοι καλησπέρα σας. Είναι λίγα τα λόγια που μπορεί να πει κανείς όταν συναντά στη ζωή του έναν άνθρωπο σαν την Άμυ Μιμς Σιλβερίδη. Στο πρόσωπο της βρήκα μια σοβαρή κι άξια εμπιστοσύνης γυναίκα που σπάνια συναντάμε στις μέρες μας, ενώ σαν λογοτέχνη συνάντησα μια πλούσια εκφραστική δύναμη και καλή χειρίστρια του πλούσιου ελληνικού λόγου.
Όταν η Άμυ, με περίσσια ευγένεια και τακτ με ρώτησε, αν ήθελα να μιλήσω για το βιβλίο, το δεύτερο της τριλογίας με τίτλο, «Ο Θησαυρός της Χέλεν Σάλλιβαν», ομολογώ ότι με τιμούσε ιδιαίτερα κι ενθουσιάστηκα με την πρόταση της καθώς μου δινόταν η ευκαιρία να εκφράσω την προσωπική μου άποψη γι ανθρώπους που έχουν τροφοδοτήσει τη ζωή μας με πράξεις και γεγονότα που κάνουν τον κόσμο να μαθαίνει και να εξελίσσεται, γι ανθρώπους καλλιεργημένους που έχουν αφήσει αισθήματα και γνώσεις για τις επόμενες γενιές.

Είχα διαβάσει το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, Ο Μίνωας – Μινώταυρος και η Δαίδαλα και γνώριζα το εξαίσιο συγγραφικό ύφος της συγγραφέως.
Προσφιλέστατη η γραφή της και στο δεύτερο βιβλίο της, έτσι τώρα έχω πλέον αρχίσει να ξεχωρίζω το συγγραφικό στυλ της Άμυ Μιμς από την ιδιαιτέρως πλούσια χρήση της γλώσσας αρχικά, από τα πολλά και σημαντικά γεγονότα που έζησε πλάι σε ανθρώπους αξιόλογους, από την απλά ιδιόμορφη αφήγηση της την γεμάτη δράση και συναισθήματα που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον της ανάγνωσης, αλλά και για την τόλμη και τη τρυφερή ευαισθησία της να ασχοληθεί πάλι με τα πιο σημαντικά πρόσωπα της ζωής της.
Αφετηρία και κατάληξη και σε αυτό το βιβλίο της συγγραφέως, όπως καταλαβαίνετε είναι ο άνθρωπος, όχι απλά στη λογοτεχνικά αφηρημένη έννοια του, αλλά στην ουσιαστική και συγκεκριμένη κοινωνική και ιστορική του υπόσταση.

Ο Άλλος, δεν είναι μόνο η άλλη πλευρά του εαυτού μας, αλλά ο ίδιος ο εαυτός μας, η ίδια μας η ζωή. Για την ίδια τη ζωή, τη ζωή της, αλλά και των άλλων μιλάει και η Άμυ.
Πόσο θαρραλέο εκ μέρους της να μιλήσει γι αγαπημένους, γι ανθρώπους που εμφύσησαν τη ζωή στη ψυχή της, που χάρισαν τροφή στα συναισθήματα και στο εγώ της.
Γι αυτούς τους πολύ αγαπημένους της μιλάει η Άμυ καταγράφοντας τη ζωή της και τον περίγυρο της, από τη στιγμή που άρχισε το μυαλό της να καταγράφει ως μνήμες, όσα ακριβώς συνέβαιναν έξω της, αλλά και μέσα της με όσα πολυποίκιλα γεγονότα ζούσε ο νεανικός ψυχικός της κόσμος.

Με συναρπαστικό και γοητευτικό τρόπο σαν αρχαιοελληνικός μύθος γεμάτος μυστήριο και τέχνη ξετυλίγει το αμπαλάζ του γενεαλογικού δέντρου, του πολιτιστικού χρονικού της οικογένειας σε έναν κόσμο γεμάτο ομορφιές, αγωνίες, δύσκολες επιλογές, ανατροπές, επιτυχίες, έρωτες και θανάτους.
Η αφήγηση ξεκινάει με αναφορά στη δεύτερη μάνα της, έτσι αναφέρει, τη Μέιβ τη νονά της, η οποία ήταν πιστή φίλη της μητέρας της της Χέλεν Σάλλιβαν. Η Μέιβ, με την οποία η Ντήρντρα συνδέθηκε με άρρηκτο συναισθηματικό τρόπο καθώς μεγαλώνοντας και φροντίζοντας την, εκείνη η Μέιβ, δεν παρέλειπε να την γεμίζει με πληροφορίες για τους ήρωες και τις ηρωίδες του Ομήρου.
Σαν μητρικό γάλα της εμφύσησε τους αρχαίους ελληνικούς μύθους στο νου της Ντήρντρα κάνοντας την να μαγευτεί η διάνοια της από την όμορφη χώρα των θεών, την Ελλάδα και να έχει την τόλμη στα πρώιμα χρόνια της ζωής της ακόμη να πάρει σημαντικές αποφάσεις που στάθηκαν καθοριστικές στην μετέπειτα πορεία της, να σπουδάσει ελληνικά και να διαλέξει τελικά για χώρα της μια δεύτερη πατρίδα, την Ελλάδα.
Συνεχίζει την αφήγηση της, για τους καθηγητές της στο πανεπιστήμιο, για τις πολλές και σημαντικές ανακαλύψεις της για το αληθινό νόημα της ζωής και τις διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων.
Ετούτο το κεφάλαιο των σχέσεων και των φιλικών γνωριμιών στάθηκε και το πλέον σοβαρότερο στοιχείο για την Ντήρντρα.
Σε διάφορα μέρη του κόσμου είχε γνωρίσει το πιο χαρακτηριστικό ποιητή της γενιάς των μπιτ. Γρέγκορυ κόρσο Και στην Ελλάδα έκαναν παρέα μαζί, όπως και με τον Άλαν Γκίσμπερκ.

Στις περιπλανητικές αναζητήσεις της γνώρισε στην Ύδρα τον Λέοναρντ Κοεν, μια διαχρονική σχέση που καλά κρατεί από το 1960 μέχρι και σήμερα.
Την μπιτ ελληνίδα ποιήτρια Ιλιάσα στο Λονδίνο.
Με τον ποιητή Γκρέγκορυ Κόρσο, γνώρισε τα μεγάλα δώρα που χαρίζει ο πλατωνικός έρωτας. Από τότε η Ντήρντρα πίστευε, πως οι πιο έντονοι έρωτες απ’ όλους πάντα είναι οι πλατωνικοί, ελεύθεροι από τη φθορά της μπανάλ καθημερινότητας και της ζήλειας.
Αργότερα, εκείνος με τη συμβουλή του πώς να διώξει την αγωνία της μπροστά στο άδειο φύλλο χαρτί τη συμβούλεψε.
« Αν δυσκολευτείς στην αρχή, απλώς κάτσε κάτω και πες στον εαυτό σου ότι γράφεις ένα γράμμα στο θεό».

Η φράση αυτή έμελλε να τη συντροφεύει τα επόμενα χρόνια της ζωής της και μετά το θάνατο της μητέρας της που ήρθε να ζήσει στην Ελλάδα την έβγαλε από το παγερό αδιέξοδο που είχε εξουδετερώσει το δημιουργικό ξεκίνημα της, της έδωσε τη δύναμη να ξεκινήσει τα δικά της γραπτά.
Κι άρχισε να γράφει, γεμάτη από ψυχικό μαρασμό χωρίς την παρουσία της μητέρας. Να γράφει, κυριευμένη στην αρχή από αφόρητες ενοχές που την είχε αφήσει ολομόναχη τα τελευταία χρόνια της ζωής της. .
Για πολλά και διάφορα γεγονότα μιλάει η συγγραφέας, μα κυρίως για τη μητέρα της που λάτρεψε και δεν θα ξεχάσει ποτέ το φωτισμένο πνεύμα της, ούτε και τη τραγωδία της λαμπρής και ατίθασης καθηγήτριας της ευρωπαϊκής ιστορίας που δίδασκε σ’ ένα διάσημο αμερικάνικο πανεπιστήμιο την ολέθρια, για κακή της τύχη, περίοδο του Μακαρθισμού, χαρακτηριστικό φαινόμενο καταπίεσης στους σκεπτόμενους ανθρώπους εκείνης της εποχής.

Πριν γεννήσει την κόρη της, τη Ντήρντρα, η Χελεν Σαλλιβαν, έλαβε τιμητική υποτροφία να μελετήσει ένα ολόκληρο χρόνο στην Ισπανία. Μετά τη γέννα της Ντήρντρα, η Χέλεν μεγάλωνε τη μικρή της και ως βέρα ιστοριογράφος της μάθαινε την Ιρλανδική ιστορία. Μα η ζωή της Χέλεν δεν στάθηκε εύκολη, ήταν γεμάτη θλίψη, μα πιο πολύ από τη θλίψη, αγωνία προπαντός για το έργο της ζωής της. Για είκοσι χρόνια έζησε μια εφιαλτική υπερένταση μέχρι να τελειώσει το βιβλίο της. Δουλεύοντας με εξαντλητικό πρόγραμμα για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του βιοπορισμού του δικού της και της κόρης της, και δίνοντας διαλέξεις στο πανεπιστήμιο, αναπόφευκτη ήταν η υπερκόπωση.
Οι υποσχέσεις των ευεργετών της για την έκδοση του βιβλίου όχι μόνο δεν ευωδούσαν προς αυτή την κατεύθυνση αλλά αντίθετα της έκλεβαν ιδέες και τις παρουσίαζαν για δικές τους…
Και όπως γράφει την ευχή της στο προοίμιο η Δανάη Στρατηγοπούλου, θα φτάσει η στιγμή που η γενναία ψυχή της Σάλλιβαν θα δικαιωθεί και το αποκαλυπτικό δικό της βιβλίο, με τίτλο «το πνεύμα του Λαού και τα Τεχνάσματα της Εξουσίας», θα χαρεί επιτέλους την αναγνώριση που του αξίζει.
Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι συνεκτικός κρίκος της τριλογίας είναι ότι η Δανάη Στρατηγοπούλου γράφει τα προοίμια και στα τρία βιβλία. Εδώ στο δεύτερο βιβλίο, καταθέτει τη δική της προσωπική άποψη μέσα από μια δίκαιη οργή για την τραγική περίπτωση του βιβλίου της Χέλεν Σάλλιβαν που δυστυχώς δεν έχει δει ακόμη το φως της μέρας. Η Δανάη προσθέτει ότι για τους έλληνες έχει ιδιαίτερη σημασία το υλικό σχετικά με την ιστορική αντίσταση του ισπανικού λαού.

Ωστόσο, η Ντήρντρα, είχε μεγαλώσει και οι στιγμές της ατομικής της ελευθερίας περνούν μέσα από τον καιρό των ταξιδιών. Η αναζήτηση κυρίαρχο στοιχείο της ελεύθερης ιδιοσυγκρασίας της σε μια οδύσσεια που καλά κρατεί ακόμη και νομίζω πως δεν θα τελειώσει ποτέ η έννοια ετούτης της ουσιαστικής οδύσσειας για τη συγγραφέα και φυσικά τώρα εννοώ τη συνέχειά της μέσα από τη λογοτεχνία.
Όμως δεν θα μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες για τα θέματα του βιβλίου, είναι καλό εσείς οι ίδιοι να διαβάσετε και να εισπράξετε τη μαγεία της γραφής της Άμυ Μιμς Σιλβερίδη.

Θα είναι λάθος να αποκαλυφθούν οι πλούσιες εκφραστικές σκέψεις της με τόσο εύκολο και συνοπτικό τρόπο που εγώ αναφέρομαι. Γι αυτό επιτρέψτε μου να εκφράσω ένα ερώτημα μου το οποίο βέβαια απαντήθηκε από το ίδιο το βιβλίο της συγγραφέως και να κλείσω την ομιλία μου με μερικές απόψεις μου ακόμη αναφορικά για το ύφος της γραφής της.
Στην πορεία της ανάγνωσης του πρώτου βιβλίου της από την τριλογία, ένα ερώτημα με γέμιζε περιέργεια και ζητούσε απάντηση. Την οποία όμως βρήκα σε αυτό το δεύτερο βιβλίο της Άμυ.
Πόσο εύκολο είναι τελικά, πως μπορεί κάποιος να αλλάξει, να επιλέξει και να αφομοιωθεί τέλος πάντων, από μια νέα πατρίδα;
Μα απάντηση σε αυτό το ερώτημα καθώς και σε πολλά άλλα δίνει μέσα στα κείμενα της με ευθύ και ξεκάθαρο τρόπο.
Πόσο ελληνίδα μπορεί να γίνει μια Ιρλανδέζα φαίνεται από τον εύκολο τρόπο που τα κύτταρα της αφομοίωσαν όλες τις αρχαίες συνήθειες και λατρείες ετούτων των δικών μας μύθων.

Λατρεία, αρχικά για τον ίδιο τον τόπο που εισχώρησε στα κύτταρα της από τα πρώτα χρόνια της ζωής της που μαζί με το μητρικό γάλα, η νονά Μέιβ, φρόντισε να διαποτίσει με τα παντοτινά ελληνικά στοιχεία, με τους Δελφικούς μύθους του Απόλλωνα και της Πυθίας και κατόπιν μεγαλώνοντας κι ακολουθώντας την πορεία για τους Δελφούς έτοιμη να ζητήσει τις συμβουλές της Πυθίας.
Ακολουθώντας τον αρχαίο μύθο, η συγγραφέας γράφει, πρώτα απ’ όλα
περνάει από το Θόλο όπου αφήνει ένα μικρό μάτσο αγριολούλουδα και εννέα κλωναράκια ελιάς, για να ανταποκριθούν οι Μούσες στις προσευχές της».
Η πορεία μιας ζωής καταγεγραμμένη λεπτό προς λεπτό από το ξεκίνημα της μέχρι την κατάληξη της. Και σε αυτό το βιβλίο όπως και στο προηγούμενο ενυπάρχουν συναισθηματικά δυνατές στιγμές.
Τρυφερή και έντονα ρεαλιστική αφηγηματική μυθιστορία με αναγνωρίσιμο, το λεπτό Ιρλανδέζικο χιούμορ, αν και δεν το γνωρίζω απόλυτα.
Μια εσωτερική συναισθηματική και άρτια λογοτεχνική περιγραφή των πρώτων εντυπώσεων στην εφηβεία και η μετέπειτα έμπυρη γνώση που την ατσαλώνει μέσα στις ίδιες κι απαράλλαχτες ευαίσθητες αναζητήσεις.
Κείμενο που ικανοποιεί τον αναγνώστη μέσα από μια γραφή που εκφράζει τις απόκρυφες αισθήσεις της ειμαρμένης κάθε ανθρώπου. Αισθήσεις που κινούνται με ειλικρίνεια ανάμεσα στις αληθινές ανθρώπινες προσδοκίες.
Η γραφή παρουσιάζει εικόνες από την πραγματική ζωή που όσο επηρεάζουν την πρωταγωνίστρια, άλλο τόσο επηρεάζουν και τον αναγνώστη.

Μέσα από τις γοητευτικά επεξεργασμένες περιγραφικές απεικονίσεις, μαζί με τις επιτυχημένες επεμβάσεις του υποκειμενικού συναισθήματος της συγγραφέως, οι εικόνες που δημιουργεί το απλό, άρα δύσκολο και κομψό ύφος του λόγου της ταυτίζουν τον αναγνώστη με τις αναζητήσεις, τους στόχους, τις απογοητεύσεις, τις ελπίδες και ατυχίες των ηρώων, αποτυπωμένες πάντα μέσα από την αφηγηματική έκφραση της Ντήρντρα.

Οι χαρακτήρες αληθινοί έτσι κι αλλιώς, άρτια δομημένοι και συμβατοί με το κοινωνικό πλαίσιο της αφήγησης. Ο καθένας με ξεχωριστή προσωπικότητα σε κρατούν κοντά τους με το ίδιο πάθος που τους κράτησε και τους αγάπησε η συγγραφέας, όταν και όσο χρειάστηκε για να τους δημιουργήσει και να τους ζωντανέψει επάνω στο χαρτί.

Αυτή η τριλογία πρώτος τόμος «Ο Μίνωας- Μινώταυρος και η Δαίδαλα» δεύτερος τόμος, «Ο θησαυρός της Χέλεν Σάλλιβαν» και ο τρίτος «Το τελευταίο ταξίδι της Δαίδαλας» που ήδη ετοιμάζεται θα ήταν ευχής έργον να περάσουν στον κινηματογράφο.
Όλα αυτά τα στοιχεία της δράσης των ηρώων που υπάρχουν μέσα στα κείμενα και κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη θα μπορούσαν κάλλιστα να εκφραστούν και μέσα από μια καλή κινηματογραφική ταινία.

Συνοψίζοντας σε μια φράση ότι και τα δυο βιβλία που διάβασα, είναι μια πορεία ιστορική με πρωταγωνιστές ανθρώπους που άφησαν πίσω τους πολιτισμό.
Επιτρέψτε μου να κλείσω τα λόγια μου για το βιβλίο με δυο ποιητικές στροφές.

Τόσο κλασικό που γίνεται δυνατό
Τόσο δυνατό που γίνεται λυτρωτικό
Τόσο λυτρωτικό που γίνεται σύγχρονο.

Αυτές είναι μερικές φράσεις που αφήνει ετούτο το βιβλίο. Μια ιστορία του χθες ζωντανεμένη σε σύγχρονο μύθο.
Δημήτρης Βαρβαρήγος

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2008

Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΛΗΝΩΣ




Δάφνη Χρονοπούλου


Κάθε ιστορία έχει το χρώμα της.
Με αυτή τη φράση ξεκινάει το βιβλίο της "Τρεις ιστορίες" η Δάφνη Χρονοπούλου.
Δεν λαθεύει καθώς η κάθε μια απο τις τρεις που έχει γράψει αναδεικνύουν διαφορετικά συναισθήματα στους ήρωες της.
Ήρωες αληθινοί, άνθρωποι με αναγνωρίσιμους χαρακτήρες που ζουν ανάμεσα μας.
Η συγγραφέας δημιούργησε τον καθένα με ξεχωριστή προσωπικότητα και τοποθετημένους στον χωροχρόνο και το κοινωνικό πλαίσιο που αναφέρονται οι μυθιστορίες της.
Η γραφή της είναι απόλυτα οργανωμένη στις απαιτήσεις του ποιοτικού διηγήματος.
Η αφήγηση μέσα από τις κορυφώσεις, τις εκπλήξεις, τις συγκρούσεις και τις συγκινήσεις που είναι επιθυμητοί και αναγκαίοι παράγοντες στην καλή οργάνωση μιας μυθιστορίας, γεννούν εικόνες στο νου του αναγνώστη.
Είναι η μαγεία των λέξεων να απευθύνονται και στις πέντε αισθήσεις εκφράζοντας το ύφος της συγγραφής, το χρώμα, τη φόρμα, την πλοκή.Πλούσιος και εκφραστικός λόγος με πολυτονικό σύστημα που δίνει μια άλλη δυναμική στα κείμενα τα οποία παρασέρνουν το μυαλό να ταυτιστεί με τις αναζητήσεις των ηρώων της. Ευκολοδιάβαστες ιστορίες που αφήνουν σκέψεις μετά το τέλος της ανάγνωσης.


Απόσπασμα.

Όταν τη γνώρισε ήταν τόσο μαστουρωμένη που ο Σίντι δεν κατάλαβε ότι θα την ερωτευόταν. Διότι δεν του άρεσαν οι τοξικομανείς.
Χόρευε μόνη της, έτσι που χόρευαν τότε, αληθινό κορίτσι του ’70 με τα μάτια κλειστά, δίχως παπούτσια, μ’ ένα τεράστιο κίτρινο τριαντάφυλλο στερεωμένο στη ζώνη της.

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Φυγάδες των Καιρών

Φυγάδες των καιρών
Δημήτρης Παλάζης
εκδόσεις Αλεξάνδρεια



Ο Δημήτρης Παλάζης ζει και εργάζεται στην Αθήνα, από το 1976 ασχολείται με την ποίηση. Το 1981 κυκλοφορεί την ποιητική συλλογή «Από την απομόνωση» το 2005 κυκλοφορεί η συλλογή «Νήσος Ευταλία» Ποιήματα και δοκίμια έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Η συλλογή Φυγάδες των καιρών είναι το τρίτο βιβλίοβμε ποιήματα που γράφτηκαν από το 2003- έωςτο 2005


Η Ποίηση του γενικά είναι μεστή και ανανεωτική. Καταφέρνει να αναδεικνύει μέσα απ’ τις λέξεις νοήματα που ορίζονται μέσα στη ζωή των ανθρώπων και καταγράφονται ως βασικό χαρακτηριστικό ύφος που ακολουθεί ο ποιητής. Λυρικά ανατρεπτικός, φαινομενικά ήπιος λόγος, αλλά συνάμα δυνατος στις ένοιες και στο ρυθμό.

ΕΣΩ ΝΗΣΟΣ
Έρημο ζώο ο άνθρωπος!
Φωλιάζει στο νησί
του μέσα κόσμου
αμοίραστος κι απελπισμένος
Ο χάρτης του μισός
κρύβει τον άλλο στην ψυχή
Το περιθώριο φθαρτό
με υποτιθέμενη αρχή
Το άλλο διαφεύγει…
Αν ίσως
κάτι αταίριαστο
σαν τη φωλιά του λύκου
καταλάβει το νησί
μην και μου πεις:
Η Νήσος εφθάρη!

Δημήτρης Παλάζης
Φυγάδες των καιρών

Πέμπτη, 03 Ιανουαρίου 2008




Το Άξιον Εστί. ι΄ [Tης αγάπης αίματα με πορφύρωσαν]

Ελύτης Oδυσσέας



Tης αγάπης αίματα*με πορφύρωσανKαι χαρές ανείδωτες*με σκιάσανεOξειδώθηκα μες στη*νοτιά*των ανθρώπωνMακρινή Mητέρα*Pόδο μου AμάραντοΣτ' ανοιχτά του πέλαγου*με καρτέρεσανMε μπομπάρδες τρικάταρτες*και μου ρίξανεAμαρτία μου νά ’χα*κι εγώ*μιαν αγάπηMακρινή Mητέρα*Pόδο μου AμάραντοTον Iούλιο κάποτε*μισανοίξανεTα μεγάλα μάτια της*μες στα σπλάχνα μουTην παρθένα ζωή μια*στιγμή*να φωτίσουνMακρινή Mητέρα*Pόδο μου AμάραντοKι από τότε γύρισαν*καταπάνω μουTων αιώνων όργητες*ξεφωνίζοντας“O που σ’ είδε, στο αίμα*να ζει*και στην πέτρα”Mακρινή Mητέρα*Pόδο μου AμάραντοTης πατρίδας μου πάλι*ομοιώθηκαMες στις πέτρες άνθισα*και μεγάλωσαΤων φονιάδων το αίμα*με φως*ξεπληρώνωMακρινή Mητέρα*Pόδο μου Aμάραντο









Μονόγραμμα
Θα πενθώ πάντα -μ' ακούς;- για σένα,μόνος, στον Παράδεισο
Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μαςΚαι θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότηταΜε το δριμύ του μαύρου του θανάτου.
Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονταιΧωρίς εμάς και τραγουδώ τ' άλλα που πέρασανΕάν είναι αλήθεια
Μιλημένα τα σώματα και οι βάρκες που έκρουσαν γλυκάΟι κιθάρες που αναβόσβησαν κάτω από τα νεράΤα «πίστεψέ με» και τα «μη»Μια στον αέρα, μια στη μουσική
Τα δυο μικρά ζώα, τα χέρια μαςΠου γύρευαν ν' ανέβουνε κρυφά το ένα στο άλλοΗ γλάστρα με το δροσαχί στις ανοιχτές αυλόπορτεςΚαι τα κομμάτια οι θάλασσες που ερχόντουσαν μαζίΠάνω απ' τις ξερολιθιές, πίσω απ' τους φράχτεςΤην ανεμώνα που κάθισε στο χέρι σουΚι έτρεμε τρεις φορές το μωβ τρεις μέρες πάνω από τους καταρράχτες
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώΤο ξύλινο δοκάρι και το τετράγωνο φαντόΣτον τοίχο, τη Γοργόνα με τα ξέπλεκα μαλλιάΤη γάτα που μας κοίταξε μέσα στα σκοτεινά
Παιδί με το λιβάνι και με τον κόκκινο σταυρό
Την ώρα που βραδιάζει στων βράχων το απλησίαστο
Πενθώ το ρούχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κόσμος.
Έτσι μιλώ για σένα και για μέναΕπειδή σ' αγαπώ και στην αγάπη ξέρω
Να μπαίνω σαν Πανσέληνος
Από παντού, για το μικρό το πόδι σου μες στ' αχανή σεντόνια
Να μαδάω γιασεμιά - κι έχω τη δύναμη
Αποκοιμισμένη, να φυσώ να σε πηγαίνω
Μέσ' από φεγγερά περάσματα και κρυφές της θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα με αράχνες που ασημίζουνεΑκουστά σ' έχουν τα κύματαΠως χαϊδεύεις, πως φιλάςΠως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»Τριγύρω στο λαιμό στον όρμοΠάντα εμείς το φως κι η σκιάΠάντα εσύ τ' αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενοΠάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
Το βρεμένο μουράγιο και η λάμψη επάνω στα κουπιά
Ψηλά στο σπίτι με τις κληματίδες
Τα δετά τριαντάφυλλα, το νερό που κρυώνει
Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά που μεγαλώνει
Το γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας που το ανοίγει εγώ
Επειδή σ' αγαπώ και σ' αγαπώ
Πάντα εσύ το νόμισμα κι εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει:
Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμοΤόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιάΤριγύρω η θάλασσα η δεσποτικήΚαμάρα τ' ουρανού με τ' άστραΤόσο η ελάχιστή σου αναπνοή
Που πια δεν έχω τίποτε άλλοΜες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι, το πάτωμαΝα φωνάζω από σένα και να με χτυπά η φωνή μουΝα μυρίζω από σένα και ν' αγριεύουν οι άνθρωποιΕπειδή το αδοκίμαστο και το απ' αλλού φερμένοΔεν τ' αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ' ακούςΕίναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
Να μιλώ για σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς
Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς
Το χαμένο μου αίμα και το μυτερό, μ' ακούςΜαχαίρι
Σαν κριάρι που τρέχει μες στους ουρανούς
Και των άστρων τους κλώνους τσακίζει, μ' ακούς
Είμ' εγώ, μ' ακούς
Σ' αγαπώ, μ'ακούς
Σε κρατώ και σε πάω και σου φορώ
Το λευκό νυφικό της Οφηλίας, μ' ακούς
Που μ' αφήνεις, που πας και ποιος, μ' ακούς
Σου κρατεί το χέρι πάνω απ' τους κατακλυσμούς
Οι πελώριες λιάνες και των ηφαιστείων οι λάβες
Θα 'ρθει μέρα, μ' ακούςΝα μας θάψουν, κι οι χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θα μας κάνουν πετρώματα, μ' ακούς
Να γυαλίσει επάνω τους η απονιά, μ' ακούς
Των ανθρώπων
Και χιλιάδες κομμάτια να μας ρίξει
Στα νερά ένα ένα, μ' ακούς
Τα πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ' ακούςΚι είναι ο χρόνος μια μεγάλη εκκλησία, μ' ακούςΌπου κάποτε οι φιγούρες
Των ΑγίωνΒγάζουν δάκρυ αληθινό, μ' ακούς
Οι καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ' ακούςΈνα πέρασμα βαθύ να περάσω
Περιμένουν οι άγγελοι με κεριά και νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δεν πάω, μ' ακούςΉ κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ' ακούς
Το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και, μ' ακούς
Της αγάπης
Μια για πάντα το κόψαμε
Και δε γίνεται ν' ανθίσει αλλιώς, μ' ακούς
Σ' άλλη γη, σ' άλλο αστέρι, μ' ακούς
Δεν υπάρχει το χώμα, δεν υπάρχει ο αέρας
Που αγγίξαμε, ο ίδιος, μ' ακούς
Και κανείς κηπουρός δεν ευτύχησε σ' άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ' ακούςΝα τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ' ακούςΜες στη μέση της θάλασσαςΑπό μόνο το θέλημα της αγάπης, μ' ακούςΑνεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ' ακούςΜε σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούςΆκου, άκουΠοιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει -ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει -ακούς;Είμ' εγώ που φωνάζω κι είμ' εγώ που κλαίω, μ' ακούςΣ' αγαπώ, σ' αγαπώ, μ' ακούς.
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
Με σοφές παραμάνες και μ' αντάρτες απόμαχους
Από τι να 'ναι που έχεις τη θλίψη του αγριμιού
Την ανταύγεια στο πρόσωπο του νερού του τρεμάμενου
Και γιατί, λέει, να μέλλει κοντά σου να 'ρθω
Που δε θέλω αγάπη αλλά θέλω τον άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τον καλπασμό
Και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει
Για σένα ούτε το δίκταμο ούτε το μανιτάρι
Στα μέρη τ' αψηλά της Κρήτης τίποτα
Για σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός να μου οδηγεί το χέρι
Πιο δω, πιο κει, προσεχτικά σ' όλο το γύρο
Του γιαλού του προσώπου, τους κόλπους, τα μαλλιά
Στο λόφο κυματίζοντας αριστερά
Το σώμα σου στη στάση του πεύκου του μοναχικούΜάτια της περηφάνιας και του διάφανουΒυθού, μέσα στο σπίτι με το σκρίνιο το παλιόΤις κίτρινες νταντέλες και το κυπαρισσόξυλοΜόνος να περιμένω που θα πρωτοφανείςΨηλά στο δώμα ή πίσω στις πλάκες της αυλήςΜε τ' άλογο του Αγίου και το αυγό της Ανάστασης
Σαν από μια τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σε θέλησε η μικρή ζωή
Να χωράς στο κεράκι τη στεντόρεια λάμψη την ηφαιστειακή
Που κανείς να μην έχει δει και ακούσειΤίποτα μες στις ερημιές τα ερειπωμένα σπίτιαΟύτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στον αυλόγυροΓια σένα ούτε η γερόντισσα μ' όλα της τα βοτάνια
Για σένα μόνο εγώ, μπορεί και η μουσική
Που διώχνω μέσα μου αλλ' αυτή γυρίζει δυνατότερη
Για σένα το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο
Για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
Και να το χώμα, να τα περιστέρια, να η αρχαία μας γη.
Έχω δει πολλά και η γη μέσ' απ' το νου μου φαίνεται ωραιότερηΩραιότερη μες στους χρυσούς ατμούςΗ πέτρα η κοφτερή, ωραιότεραΤα μπλάβα των ισθμών και οι στέγες μες στα κύματαΩραιότερες οι αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάςΑήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τα βουνάτης θάλασσαςΈτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκείΝα 'χει ο χρόνος όλος αθωωθείΜες στο αυλάκι που το πέρασμά σου αφήνειΣαν δελφίνι πρωτόπειρο ν' ακολουθείΚαι να παίζει με τ' άσπρο και το κυανό η ψυχή μου!Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί
Πριν από την αγάπη και μαζί
Για τη ρολογιά και για το γκιούλ μπρισίμι
Πήγαινε, πήγαινε και ας έχω εγώ χαθείΜόνος, και ας είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί νεογέννητο
Μόνος, και ας είμ' εγώ η πατρίδα που πενθείΑς είναι ο λόγος που έστειλα να σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος, ο αέρας δυνατός και μόνος τ' ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στο βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθούΟ ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στους καιρούςτον Παράδεισο!
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησίΑπαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσαΜε κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρήΈχω ρίξει μες στ' άπατα μιαν ηχώΝα κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώΝα σε βλέπω μισή να περνάς στο νερόΚαι μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο.

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

Παραλήρημα ενός Φεγγαριού


ΕΛΙΝΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ




Διάβασα με πολύ όρεξη και προσοχή το Βιβλίο της Ελίνας Καββαδία, Παραλήρημα ενός φεγγαριού, εκδόσεις Διάττων και χάρηκα για τον πλούσιο λόγο, τις αυτούσιες λέξεις και τις πολύπλευρες απόψεις-σκέψεις της για τα πράγματα και τα συναισθήματα που δημιουργούν την πορεία μας στη ζωή.
Άκρως ποιητικός λόγος χαρίζει εικόνες, χτίζει όνειρα, γεννάει ταξίδια σε μέρη απάτητα που μόνο ο νους μπορεί να επισκεφτεί.
Γράφει η συγγραφέας:
Σ΄ ακούμπησα φευγαλέα τη νύχτα, μέσα από το πιο βαθύ μου όνειρο… που δεν βρήκε το δρόμο για της ημέρας τον ήλιο.
Λόγος στέρεος και ανατρεπτικός. Λυρικός και ρεαλιστικός μαζί χαρίζει με πιστώτητα την ακριβή αναπαράσταση της πραγματικότητας.
Στοχαστικοί μονόλογοι που δεν προκαλούν ανία στον αναγνώστη σε κανένα σημείο του βιβλίου. Ένα τέλειο συγγραφικό αποτέλεσμα.

Και αχ! Βασανίζω την ψυχή μου για να μπορώ να
φτύνω
τις φουσκωμένες τσέπες,
το πετράδι της άρνησης,
τον εγωισμό του ισχυρού,
την ίδια την άρνηση που με γέννησε
τότε σε χρόνια μακρινά…


Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2007

Δάνειος Έρως



Δάνειος Έρως, Φλώρα Ορφανουδάκη, εκδόσεις Σ.Ι.Ζαχαρόπουλος

Η Φλώρα Ορφανουδάκη πιστή εργάτρια της ελληνικής γλώσσας γράφει μια ακόμη ποιητική συλλογή με τίτλο «Δάνειος Έρως», από τις εκδόσεις Ζαχαρόπουλος.
Στην ποίηση της συνάντησα πλούσιες ιδέες γεμάτες έννοιες που κυριεύουν το μυαλό από εικόνες που γεννιόνται από μνήμες μακρινές.
Λόγος που ανακαλεί στη μνήμη καταστάσεις και γεννήματα μιας φαντασίας αστείρευτης.
Δυναμική γραφή με αρκετή έμπνευση που ισοδυναμεί με το εσώτερο του ψυχικού κόσμου της ποιήτριας.
Στίχοι που φανερώνουν αισθήματα χωρίς κατασκευασμένα νοήματα και περίσσιους λεκτικούς προσδιορισμούς.
Η ποιήτρια παραμένει επάξια ακέραιη μέσα στις προθέσεις της αποφεύγοντας να εγκλωβιστεί σε μονότονες εκφράσεις.

Δείγμα γραφής

Πώς να ζήσουμε χωρίς ουρανό
με δυο σταγόνες θύελλας στον κόρφο,
μυρωδικό της άκρας του έρωτος σιγής…


Ύστερα, αιώνια αδούλωτο ελληνισμό
ονομάσαμε την ποίηση
σε ένδειξη πανάρχαιου γάμου
ιερού

Αόρατα Τοπία

Αόρατα τοπία, Κατερίνα Κατσίρη, εκδόσεις Λιβάνη

Με αρκετή προσοχή και ευχαρίστηση διάβασα την ποίηση της Κατερίνας Κατσίρη από τη συλλογή «Αόρατα τοπία» κι ομολογώ, ότι έχει καταθέσει και θα συνεχίσει να καταθέτει ένα σημαντικό έργο στη ζωή της, αλλά και στα ελληνικά γράμματα.
Σε κάθε της ποίημα διαφαίνεται ξεκάθαρα η ακούραστη αναζήτηση τόσο στα αισθητικά προβλήματα όσο και στα ιδεολογικά περιεχόμενα τους.
Ο έρωτας και ο θάνατος, δυο σημαντικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται κατά κόρον από την ποίηση, δοσμένα με εμφανή τη νεωτεριστική τους κατεύθυνση μέσα από τις εμπειρίες που η ίδια η ποιήτρια βίωσε και φυσικά προβάλλει με ασίγαστη δυναμική για την καλλιέργεια της τέλειας και άψογης μορφής του λόγου της.
Μα όχι μόνο σε αυτή τη συλλογή αλλά και στα υπόλοιπα βιβλία της, «Μικρές σκιές» και «Αιώρηση» αφήνει δείγματα μιας μεγάλης ποιητικής ψυχής και διανοητικής ικανότητας.
Δείγμα γραφής
Εγώ το αίμα
απ' το φιλί του άδειασα
τόσοι αέρηδες που θα 'ρθουν
στόμα πικρό μην πιουν
Χτες βράδυ
μες στης νυχτός τα σάπια
με παράχωσα
λεκιάζοντας στο μάκρος
το κορμί της
με αίμα απ' το γέλιο μου

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

writersland




Στη "Writersland" αποδίδεται μυθιστορηματικά η μαγική και εκρηκτική συμβίωση γνωστών δημιουργών της ιστορίας της λογοτεχνίας. Ο Αλέξανδρος Δουμάς, ο Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, ο Έρνεστ Χεμινγουαίη, ο Φραντς Κάφκα, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, poetesmaudits όπως ο Ρεμπώ, ο Μπωντλαίρ και ο Μπατάιγ, αλλά και σύγχρονοι λογοτέχνες σαν τον Τζέφρυ Ευγενίδη και τον Νικ Χόρνμπυ είναι μερικοί μόνον από τους συγγραφείς που ζωντανεύουν στις σελίδες του βιβλίου, ως λογοτεχνικοί χαρακτήρες. Σε ένα μακρινό μέλλον, η ανάγνωση βιβλίων αποτελεί συνήθεια μόνον των μειονεκτικών τάξεων. Οι πλούσιοι δεν διαβάζουν λογοτεχνία, τη στιγμή που οποιοσδήποτε κόσμος της Ιστορίας ή της φαντασίας τούς είναι προσιτός σε όλες τους τις αισθήσεις, χάρη στην ψηφιακή τεχνολογία. Σ’ αυτή τη δυσμενή για τη λογοτεχνία συνθήκη, οι σπουδαιότεροι συγγραφείς έχουν περιθωριοποιηθεί σε μια ιδιότυπη κοινότητα, που εδρεύει σε νησί του Ατλαντικού. Εξασφαλίζουν το ευ ζην, πουλώντας τα βιβλία τους μέσω του Ίντερνετ. Έχοντας εμπεδώσει ότι τα πάντα έχουν ήδη γραφτεί, αντί να διακινδυνεύσουν να εκτεθούν με πρωτότυπα γραπτά, προτιμούν να αποδίδουν κλασικά έργα στην καθομιλουμένη γλώσσα της εποχής (υπεραπλουστευμένα αγγλικά). Εκ μέρους τους, η αντιγραφή είναι συστηματική, και εκλαμβάνει διαστάσεις ψύχωσης: καθείς εξ αυτών επιλέγει στα δεκαεννιά του έναν παλαιότερο δημιουργό, για να ασχοληθεί με τη «διάσωση» του έργου του. Οικειοποιούμενος τα γραπτά του, βαθμηδόν οικειοποιείται και την περσόνα του, καταντώντας κλώνος του αυθεντικού δημιουργού. Η κοινωνική αρμονία της ιδιότυπης κοινότητας διασαλεύεται όταν ένας συγγραφέας (ο κλώνος του Ευγενίδη) παρουσιάζει ένα χειρόγραφο, του οποίου την πηγή ουδείς αναγνωρίζει. Ένα μυθιστόρημα βαθύτατα πολιτικό, που περιγράφει γλαφυρά μια επανάσταση που ξεσπάει στο ζοφερό κόσμο που περιβάλει το νησί. Το γραπτό διχάζει. Αξίζει να εκδοθεί; Κι αν δυσαρεστήσει το αναγνωστικό κοινό, πόσο μάλλον τη στυγνή παγκόσμια εξουσία; Οι διαμάχες μεταξύ των αντιπροσώπων αντιμαχόμενων αισθητικών και λογοτεχνικών τάσεων είναι εντονότερες από ποτέ. Μια σειρά αποτρόπαιων φόνων ταράζει την ηρεμία της χώρας. Η λογοτεχνία που γέννησε το ωκεάνιο νησί των συγγραφέων γίνεται ο δυναμικός παράγοντας της κοινωνικής της ανατροπής, ο κίνδυνος της διάλυσής της… Η Writersland είναι ένα κοινωνικό εργαστήρι, που ο συγγραφέας στήνει για να διερευνήσει τη σχέση Τέχνης και Ιστορίας, τον ηθικό και κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη σε μια εποχή με τρομακτικές ομοιότητες με το Μεσαίωνα. Ένα βιβλίο στο οποίο πρωταγωνιστούν δεκάδες συγγραφείς που γνωρίζετε κι εκατοντάδες άλλα βιβλία, διασκευές που γράφουν οι κλώνοι των οικείων σας λογοτεχνών. Ένα πρώιμο μνημόνιο μιας σκοτεινής εποχής, μια διασκεδαστική αλληγορία βασισμένη στην πλατωνική Πολιτεία, μόνο που αντί για φιλόσοφοι κυβερνούν λογοτέχνες… Στο βιβλίο, παρατίθεται εγκιβωτισμένο το χειρόγραφο που διαβάζει ο Ευγενίδης: πρόκειται για το μυθιστόρημα Αλκιβιάδης Λυόμενος, δεύτερο μέρος της τριλογίας του συγγραφέα, με θεματική την Ουτοπία, εμπνευσμένης από τον μύθο του Προμηθέα.

Δευτέρα, 05 Νοεμβρίου 2007

Νένα Κοκκινάκη




Η Νένα Ι. Κοκκινάκη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πήρε πτυχίο μεταφραστού γαλλικής γλώσσας από το Γαλλικό Ινστιτούτο και έκανε διδακτορική εργασία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με θέμα το έργο του συγγραφέα Μ. Καραγάτση. Μοιρασμένη ανάμεσα στη λογοτεχνία και την κριτική, την έρευνα και το μυθιστόρημα, έχει μέχρι σήμερα εκδώσει εννέα λογοτεχνικά βιβλία, μυθιστορήματα και διηγήματα - τα τρία παιδικής λογοτεχνίας - και πέντε βιβλία λογοτεχνικής κριτικής. Ασχολείται συστηματικά με την κριτική βιβλίου δημοσιεύοντας στην εφημερίδα Η Καθημερινή, σε λογοτεχνικά περιοδικά και κρατώντας τη στήλη της βιβλιοκρισίας στο περιοδικό Το Δέντρο. Υπηρετεί στη Μέση Εκπαίδευση ως Σύμβουλος Φιλολόγων. Βιβλία Α. Μελετήματα 1.Ανήσυχη αναζήτηση και δικαίωση, δοκίμιο στα 30 χρόνια από το θάνατο του Γιώργου Θεοτοκά, εκδ. Δόμος, 1996, σελ.95.2.Η φωνή μιας γενιάς, βιογραφίες α)Γιώργου Θεοτοκά, β)Μ. Καραγάτση, εκδ. Πατάκη (Μικρά κλασικά), 1997, σελ. 106.3.Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Προτάσεις Ερμηνείας (με τις φιλολόγους Α. Γεωργιάδου και Ν.Γιαννακίτσα), εκδ. Καστανιώτη, 1999, σελ. 599.4.Νεοελληνική πεζογραφία (προσεγγίσεις στο έργο των Στρατή Δούκα και Γιώργου Ιωάννου, συνεργασία με τους Βαγγέλη Αθανασόπουλο, Ρούλα Μερτίκα και Στέλλα Σαββανή), εκδ. Πατάκη, 1999, σελ. 400.5.Νεοελληνική Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος, Κική Δημουλά, εκδ. Πατάκη, 2000, σελ. 181.6.Το πορτραίτο του Μ. Καραγάτση (υπό έκδοση στις εκδόσεις Σαββάλα).7.Η Μεταπολεμική ποίηση στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (με ομάδα φιλολόγων της Γ΄Δ/νσης Αθήνας, υπό έκδοση στις εκδόσεις Σαββάλα). Β. Λογοτεχνία 1.Η χάρτινη γυναίκα, πεζογράφημα, Δόμος, 1990,2η έκδ.1996, σελ.100.2.Ιριδισμοί στην απουσία, πεζογράφημα, Δόμος, 1991, σελ. 110.3.Μια πολυθρόνα στο σαλόνι, πεζογράφημα, Δόμος, 1992, σελ.120.4.Ο άνθρωπος της κλειστής πόρτας, μυθιστόρημα, Δόμος, 1966, σελ.225.5.Δώρο γενεθλίων, μυθιστόρημα, Πατάκης, 1997, σελ. 164.6.Ο εραστής - φάντασμα, διηγήματα, ΄Αγκυρα, 2001, 3η έκδοση, σελ. 158. Γ. Παιδική Λογοτεχνία 1.Ναταλία, μυθιστόρημα, εκδ. Πατάκη, 1994, 9η έκδοση.2.Μαργαρίτα, μυθιστόρημα, εκδ. Πατάκη, 1995, 7η έκδοση.3.Ψάχνοντας για το άσπρο φως, εκδ. Πατάκη, 1995, 3η έκδοση.4.Η Αϊνά και το μυστικό των Ογκλονί (μετάφραση από τα γαλλικά), εκδ. Πατάκη, σελ. 225 στη σειρά «Συντροφιές».
5.Η Ζωίτσα, ένα αληθινό παραμύθι.





Σωκράτης
Ο Σωκράτης, ο μεγάλος δάσκαλος των αιώνων, πολίτης της αρχαίας Αθήνας, πέθανε πίνοντας το κώνειο. Έμεινε όμως πάντα ζωντανός στη μνήμη των ανθρώπων. Ο Σωκράτης, όπως αργότερα, ο Χριστός, αγάπησε τους ανθρώπους και θυσιάστηκε γι' αυτούς.Οι Αθηναίοι πλήρωσαν ακριβά την απόφασή τους να καταδικάσουν τον Σωκράτη, που έμεινε στους αιώνες πρότυπο σοφίας και συνέπειας.[...]


Ο εραστής φάντασμα


Το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με το παρελθόν είναι τελικά μάταιο, μπορεί και επικίνδυνο. Μοιάζει με το να προσπαθείς να απαλλαγείς από έναν εραστή-φάντασμα που διεκδικεί και επιμένει, μόνο επειδή ζει και υπάρχει, επιμένει και ακούει σε όλα τα ονόματα και ορθώνεται απειλητικά μπροστά στο αύριο και μιλάει τη γλώσσα της ερήμου κι όσα χιλιόμετρα κι αν καταπίνεις, αυτός εκεί, να υπάρχει αμετανόητα, καθοριστικά...Μια ηρωίδα σε πολλά πρόσωπα, η ίδια γυναίκα σε ένα γαϊτανάκι αναζητήσεων, σε μια προσπάθεια πλαστογράφησης του ψέματος της ζωής.Είναι κι αυτό μια επανάσταση. Να πολεμάς την παρουσία με τη γραφή, να φωτογραφίζεις την απουσία.



Πηνελόπη Δέλτα

Το 1941 η πρώτη Κυρία της Ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας πέρασε στο βασίλειο της «Σιωπής». Οι μικροί αναγνώστες συνεχίζουν να διαβάζουν τα βιβλία της που γράφτηκαν σε μια εποχή, όπου σπάνια οι άνθρωποι κοίταζαν τον κόσμο με τα μάτια των παιδιών. Τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα, ωστόσο, έμειναν ζωντανά, ξεπέρασαν την εποχή που γράφτηκαν και συνεχίζουν να κερδίζουν μικρούς και μεγάλους αναγνώστες.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλί








Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2007

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ


ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ
Δέκα συγγραφείς γράφουν για το Λιμάνι της Ζωής τους. Άλλοι εντός θέματος, άλλοι εκτός, όλοι όμως με ένα στόχο: την απόλυτη συνέπεια στο συγγραφικό τους ύφος που τους κάνει να ξεχωρίζουν. Ένα βιβλίο που θα συγκινήσει, θα προκαλέσει, θα εξοργίσει, ένα βιβλίο που θα ταξιδέψει τον αναγνώστη σε λιμάνια αλλόκοτα, πραγματικά ή φανταστικά, σε λιμάνια ζωής…

Γνώρισα αγάπες, χωρισμούς, χαρές, πόνους, δέχτηκα πολλές φορές το κεντρί της σφήκας. Κανείς όμως, άντρας ή γυναίκα, δε βρέθηκε ποτέ να πάρει το κεντρί για χάρη μου και για κανέναν και για καμιά δε θέλησα εγώ να το πάρω.
Όμηρος Αβραμίδης
Τα κυνηγάμε τα λιμάνια! Κατάλαβες; Τα λιμάνια ταξιδεύουν... Κάτια Κισσονέργη
Μικρέ, να το ξέρεις πως δε σε βλέπω σαν πελάτη. Παρά τα πενηντάρικα που μου έχεις ακουμπήσει. Αν γινόταν αλλιώς, δε θα σου έπαιρνα λεφτά. Με χόρτασε η παρθενιά σου. Χρήστος Σιαφκος.
Γι αυτό λοιπόν! Γιατί ο κόσμος χρειάζεται μια πραγματικότητα που να τον ξαφνιάζει! Ακαριαία, όσο η μαγεία, αλλά συνάμα να γνωρίζει ότι, βγαίνοντας από εκεί, όλα θα είναι σαν πρώτα. Μια σπφή σειρά και πληκτική τάξη.
Ελένη Στασινού
Δυο ερωτήματα, μια άποψη...
Δεν ξέρω πόση αξία μπορεί να έχει η συμμετοχή δέκα άξιων συγγραφέων σε μια κοινή έκδοση; Ούτε γνωρίζω αν αποσκοπεί στον μεταξύ τους ανταγωνισμό για το ποιος θα κριθεί με μεγαλύτερο βαθμό.
Ίσως η σύγκριση της διαφορετικής γραφής και ύφους απλά και μόνο στο ίδιο θέμα να είναι το έρεισμα της συμμετοχής τους σε μια ομαδική παρουσία, διότι όλοι τους είναι καταξιωμένοι συγγραφείς στο χώρο και σίγουρα δεν έχουν ανάγκη από ένα μικρό διήγημα για να προβληθούν.
Πάντως τα κείμενα είναι ανάλαφρα και διαβάζονται εύκολα. Εγώ πολύ το χάρηκα.
Δημήτρης Βαρβαρήγος

ΚΟΡΥΝΤΟΝ


ΚΟΡΥΝΤΟΝ
Αντρέ Ζυντ
μετάφραση Γιάννης Θηβαίος
εκδόσεις Οδός Πανός


Από το οπισθόφυλλο
Ούτε εξομολόγηση, ούτε λιβελογράφημα, ούτε απολογισμός σεξουαλικών παρεκκλίσεων, αυτοί οι τέσσερις διάλογοι με τον Κορυντόν, τον ιατρό των ψυχών, παρουσιάζονται ως ένα δοκίμιο διαλεύκανσης του ευαίσθητου θέματος του Ουρανισμού -δοκίμιο που διατείνεται ότι «είναι ειλικρινές, χωρίς να είναι κυνικό και φυσικά χωρίς να είναι απλοϊκό».
Στηριζόμενος στον Μονταίν, στον Πασκάλ, στον Σπινόζα και σε άλλους, ο Ζίντ, υπογραμμίζει τον εκπολιτιστικό ρόλο της επιθυμίας. Ποτέ όμως δεν αποτυπώνει την απολογία του. Έτσι μ’ αυτό το έργο, απλώς μάχεται για να μην καταστήσει η διαφορετικότητα τον άνθρωπο έναν λαθραίο μέσα στην πόλη καταδικασμένο στα μάτια του κόσμου ως απόβλητο της ηθικής. Και η χαρά της ζωής, που πάνω απ’ όλα απορρέει από αυτό το κείμενο, δεν είναι λιγότερο σημαντικό από τα επιχειρήματα του συγγραφέα.

Βιογραφικό
Ο Αντρέ Ζιντ γεννήθηκε στο Παρίσι στις 22 Νοεμβρίου 1869, στην οδό ντε Μεντισίς 19, από πατέρα προτεστάντη, καταγόμενο από την περιοχή των Σεβέν, καθηγητή του ρωμαϊκού δικαίου, κι από μητέρα καθολική με ρίζες στη Νορμανδία. Το 1891 εκδίδει το πρώτο βιβλίο του, με τίτλο "Μεταθανάτιο έργο". Τα κυριότερα έργα του είναι: "Γήινες τροφές" (1897), "Η στενή πύλη" (1909), "Ο ανηθικολόγος" (1902), "Η ποιμενική συμφωνία" (1919), "Τα υπόγεια του Βατικανού" (1914), "Οι κιβδηλοποιοί" (1925), "Κορυντόν" (1924), "Ημερολόγιο" (1939). Το 1947 ο Αντρέ Ζιντ έλαβε το βραβείο Νόμπελ. Πέθανε το βράδυ της 19ης Φεβρουαρίου 1951 στο διαμέρισμά του της οδού Βανό, στο Παρίσι.

Μια εξαίρετη μετάφραση του έργου ΚΟΡΥΝΤΟΝ του Αντρε Ζίντ, σε μετάφραση του Γιάννη Θηβαίου, όπου με απόλυτη προσήλωση στο έργο του μεταφέρει με σαφήνεια τις συγγραφικές απόψεις του μεγάλου αυτού δημιουργού και νομπελίστα το 1946, πως υπήρξε ένας από τους πλέον αξιόλογους εκφραστές της γενιάς του. Ήταν μια διαφορετική φωνή που εξέφραζε όσα πίστευε και αισθανόταν. Ο Αντρε Ζιντ ήταν κάτι πιο πολύ από συγγραφέας, ήταν πάνω απ’ όλα στοχαστής.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2007

Βαλς στην ομίχλη





Τι σχέση έχει η Γκόθαμ Σίτυ με τη Θεσσαλονίκη του 19ου αιώνα; Πώς μπορεί κανείς να δραπετεύσει στο χρόνο; Αν είχαμε ξαναζήσει εκατό χρόνια πριν, ποιοί θα ήμασταν; Αυτά και άλλα θαυμαστά ερωτήματα καλείται ν' απαντήσει η ηρωίδα του μυθιστορήματος, όταν το αρχείο όπου δουλεύει πιάνει φωτιά. Για να γλυτώσει, πηδάει μέσα σε μια παλιά εφημερίδα και καταφεύγει στη Θεσσαλονίκη του 1899. Εκεί ερωτεύεται ένα Αυστριακό ψυχίατρο και έμπορο οποίυ και εμπλέκεται σε μια υπόθεση φόνου. Οι δυο ήρωες περιπλανιούνται στην πολυεθνική πόλη, που ζει τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.Το Βαλς στην ομίχλη είναι ένα οδοιπορικό στη Θεσσαλονίκη του προηγούμενου αιώνα, που αναδίδει τη νωχελική ατμόσφαιρα των ανατολίτικων παραμυθιών όσο και το άρωμα των παλιών αστυνομικών μυθιστορημάτων.




ΚΡΙΤΙΚΗ


Η Κατερίνα Καριζώνη, γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, κάτοικος της ίδιας πόλης, με σπουδές στα οικονομικά, με συλλογές διηγημάτων, παιδικά βιβλία και ένα ακόμη μυθιστόρημα στο ενεργητικό της (Ο άγγελός μου ήταν έκπτωτος, εκδόσεις Καστανιώτη) αποφάσισε να ασχοληθεί με την αστυνομική λογοτεχνία, χρησιμοποιώντας την παλιά, δοκιμασμένη συνταγή και τα ανάλογα υλικά: ένα έγκλημα, ένα θύμα με πολλούς εχθρούς, έναν ύποπτο που προφυλακίζεται και ένα φίλο του υπόπτου που αναλαμβάνει να διερευνήσει το ζήτημα (συνταγή εφαρμοσμένη με επιτυχία από τον Γιάννη Μαρή στο πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα Έγκλημα στο Κολωνάκι, το 1953). Η συγγραφέας αν ήθελε να μιλήσει για τη σημερινή Θεσσαλονίκη θα έπαιρνε τους ήρωές της από τα καθημερινά πρόσωπα που διαβιούν στην πόλη και θα τα ενέπλεκε σε μια υπόθεση που διαδραματίζεται στη μακεδονική πρωτεύουσα. Με δεδομένη την αφηγηματική της ικανότητα και την ευχέρειά της να διαπλάθει χαρακτήρες, αυτό θα ήταν εύκολο.Η Καριζώνη όμως έχει διαφορετικές φιλοδοξίες. Επιθυμεί να μιλήσει για την παλιά Θεσσαλονίκη, εκείνη του τέλους του 19ου αιώνα, την άγνωστη στους πολλούς, αλλά γνωστή στους ερευνητές που την έχουν αποτυπώσει σε ιστορικά εγχειρίδια, μελέτες και πραγματείες. Για να το επιτύχει αυτό, για να προσφέρει στους αναγνώστες την ατμόσφαιρα της πόλης και το άρωμά της, βάζει την κεντρική ηρωίδα, τη Σοφία, που τη βρίσκουμε σε ένα αρχείο της Αθήνας, ξεφυλλίζοντας παλιές εφημερίδες, να φτάσει με ένα άλμα στον χρόνο στη Θεσσαλονίκη των αρχών του 1899. Τη στιγμή ακριβώς που ένα έγκλημα συγκλονίζει την καλή κοινωνία της πόλης: ο βαθύπλουτος χρηματιστής Αλή Σαράτσογλου (εξισλαμισμένος εβραίος) βρίσκεται νεκρός στο γραφείο του. Η ηρωίδα - και αφηγήτρια - βοηθά τον αυστριακό ψυχίατρο Φρανκ να εξιχνιάσει τον φόνο και να απελευθερωθεί έτσι ο προφυλακισμένος φίλος του Κίμων Πετρίδης. Αυτό το ταξίδι στον χρόνο μεταφέρει τον αναγνώστη στην πολυεθνική πόλη που ζει την προϊούσα διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τον μακεδονικό αγώνα, τους Νεότουρκους, τους βούλγαρους εθνικιστές που ονειρεύονται μια μεγάλη Βουλγαρία, την επιδημία χολέρας, τα δερβίσικα τάγματα, τις μυστικές υπηρεσίες.Η ιδέα του άλματος στον χρόνο - ή σε άλλο τόπο - δεν είναι πρωτότυπη, η παγκόσμια λογοτεχνία είναι γεμάτη με παρόμοια τεχνάσματα (πρόχειρα μπορεί να αναφερθεί το μυθιστόρημα του Μεξικανού Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ Το ποδήλατο του Λεονάρντο, εκδόσεις Αγρα). Ωστόσο, η ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία της Καριζώνη, με το έντονο σασπένς και τις αλλεπάλληλες ανατροπές, γοητεύει τον απαιτητικό αναγνώστη - με αυτήν η συγγραφέας βάζει σοβαρές υποθήκες για το λογοτεχνικό της μέλλον.
Φίλιππος Φιλίππου (συγγραφέας), ΤΟ ΒΗΜΑ , 17-02-2

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2007

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ


Για το βιβλίο:

Έτος 1973. Η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χρονά, Βιβλίο 1, αρχίζει με το ποίημα «Αλεξάνδρεια», την πόλη που σηματοδοτεί τη γέννηση μιας νέας ποίησης, αλλά και ένα χώρο κινητό, ένα χώρο που μεταβάλλεται σε διάσταση του χρόνου και όχι το αντίστροφο (στο «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» η Αλεξάνδρεια φεύγει, το ποιητικό εγώ παραμένει, αντιμέτωπο με τον θάνατο). Το δεύτερο ποίημα της ίδιας συλλογής ονομάζεται «Πέραμα», τόπος αλλά και μυητικό πέρασμα σε άλλον τρόπο ζωής, σε άλλη μορφή ποίησης, ενώ το τρίτο φέρει τον τίτλο «Πάντα είναι Αύγουστος». Εδώ η χρονική διάσταση εμφανίζεται ως σταθερότητα: ο χρόνος μένει ακίνητος, γίνεται χώρος, αλλάζει ντεκόρ, γιατί είναι ο χρόνος που δεν ζήσαμε, γιατί η δύναμη του πόθου μάς φυλακίζει στην ανυπαρξία.Οι ίδιες χωροχρονικές φιγούρες επανέρχονται στη νέα συλλογή Κατάστημα Νεωτερισμών, είναι όμως μεταμορφωμένες, απελευθερωμένες. Ακούγεται η φωνή του ποιητή ως μότο στην αρχή της συλλογής:Φτάνουνε τα νέα μοντέλα/ από τα Παρίσια, το Μιλάνο/ το μαγαζί αυτό πρέπει/ ν' αλλάξει βιτρίνες,/ ντεκόρ (σελ. 9)Η ζωή μας μοιάζει με κατάστημα νεωτερισμών και εμείς με περαστικούς που κοιτάμε τις βιτρίνες:Τα σχέδια με τους δράκους, τα φυτά/ είναι για σας/ που προσπερνάτε (σελ. 34)Στο ποίημα «Διαθήκη, Α'» η μητέρα λέει στον νεογέννητο γιο της:­ Τώρα μπορείς να δεις τον κόσμο [...]/ Τα πάντα είσαι να κάνεις,/ κανένα πρόβλημα/ Μόνο να μην καπνίζεις (σελ. 22)Οι στίχοι αυτοί βασίζονται σε πραγματική συμβουλή της μητέρας του. Το μόνο «μήλο» που απαγορεύει η μάνα - δημιουργός στον Κήπο της Εδέμ ή και της Κολάσεως είναι να μην καπνίζει ο γιος της. Το κάπνισμα αποκτά μορφή οιδιπόδειου συμπλέγματος, προσλαμβάνει ποικίλες μορφές στο έργο του Γιώργου Χρονά. Στο Βιβλίο 1 το κίτρινο χρώμα από το τσιγάρο γίνεται σημάδι του χρόνου που παραμένει ακίνητος πάνω στα χέρια του καπνιστή. Στην ίδια συλλογή, στο ποίημα «Οι νεκροί γέμισαν τους διαδρόμους», οι νεκροί ταυτίζονται με ένα τσιγάρο, αυτό που «βλάπτει σοβαρά την υγεία» και που είναι αντικείμενο του πόθου τους. Το κάπνισμα επανέρχεται ως έμμονη εικόνα, το τσιγάρο ως πολυσήμαντο σημαίνον: απαγόρευση, στίγμα στα δάχτυλα, χρόνος που δεν ζήσαμε.Πραγματικά γεγονότα εμπνέουν τον ποιητή και εκείνος τα μεταμορφώνει σε φαντάσματα που μας κυνηγούν για να μας υποχρεώσουν να βλέπουμε τη ζωή με διαύγεια. Στο ποίημα «Διαθήκη, Β'» η μητέρα λέει:Γεννήθηκες 3 και 50/ Ψηλά σε σήκωσαν οι νοσοκόμες/ να δεις τη θάλασσα/ Όταν ήρθες πάλι δίπλα μου/ ίσα που ανέπνεες/ Σε πήρα στο στήθος μου/ Οιδίποδα να σε πω/ ή Θόδωρο; (σελ. 23)Στα μάτια της ίδιας της μητέρας του ο ποιητής εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κοινός θνητός ­που όμως είναι θείο δώρο­ και ως μυθική μορφή, φορτισμένη με την ψυχαναλυτική παράδοση. Η μυθολογία, η ψυχανάλυση, η τέχνη παίζουν πάνω στη σκηνή της ποίησης του Γιώργου Χρονά ή γίνονται μαγικό ντεκόρ μπροστά στο οποίο ξετυλίγεται η ύπαρξη του Ποιητή. Ο ίδιος γίνεται διακείμενο μέσα στο δικό του κείμενο, οιδιπόδεια φιγούρα του κατ' εξοχήν ποιητή, που περιπλανήθηκε από την Κόρινθο στη Θήβα διά μέσου των Δελφών, για να ζήσει πλάι στη μητέρα - βασίλισσα.Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για ανατρεπτική γραφή. Ωστόσο, μια τέτοια ανάγνωση αποκαλύπτει προκατάληψη εκ μέρους του αναγνώστη: περιμένει κάτι συγκεκριμένο και ο ποιητής ανατρέπει τις προσδοκίες του. Με την έννοια αυτή κάθε πραγματική ποίηση είναι ανατρεπτική. Θα ακουστεί ως παραδοξολογία αλλά νομίζω ότι η πιστοποίηση της ύπαρξης ανατροπής είναι συχνά αποτέλεσμα συντηρητικής ανάγνωσης. Ο αναγνώστης του Γιώργου Χρονά πρέπει να κάνει tabula rasa για να μπορέσει να διεισδύσει στο ποίημα, να ανακαλύψει ορισμένα από τα μυστικά του και να απολαύσει την πρωτοτυπία του.Αυτό που βγαίνει από μια ανάγνωση του candide lector, όπως έλεγαν οι Λατίνοι, μπροστά στη θέαση ενός νέου κόσμου, είναι η ρεαλιστική γραφή που αντιτίθεται στον ρυθμό του στίχου, η πολυσημία και η ποιητικότητα που παλεύουν ενάντια σε πραγματικά γεγονότα. Εδώ δεν μπορεί να παίξει πρωτεύοντα ρόλο η μεγάλη κυρία της λυρικής ποίησης, η μεταφορά. Εδώ πρωταγωνιστεί η χαρακτηριστική φιγούρα της πρόζας, η μετωνυμία, και ακόμη περισσότερο η συνεκδοχή: το μέρος αντί του όλου, η ύλη αντί του αντικειμένου. Ο συνεκδοχικός τρόπος έκφρασης αφήνει κενά που καλείται να συμπληρώσει ο αναγνώστης, όχι όμως σύμφωνα με τους κανόνες της ποιητικής. Στην ποίηση του Γιώργου Χρονά τα κενά βρίσκονται ταυτόχρονα στο δικό του κείμενο και στη ζωή όλων μας:Οι μέρες αδειάζουν κώνειο/ στα γεμάτα ποτήρια μας/ κι εγώ δεν είμαι ο Σωκράτης/ για να πεθάνω ήρεμα στη φυλακή (σελ. 14)γράφει στο ποίημα «La morte degli amanti», Ο θάνατος των εραστών, τίτλος γνωστού ποιήματος του Μποντλέρ.Στη νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Χρονά η λιτότητα και η αμεσότητα του λόγου δεν είναι μια απλή τεχνική, γι' αυτό και παρασύρουν τον αναγνώστη σε έναν κόσμο καθημερινό και συνάμα ανοίκειο. Ακολουθούμε τον ποιητή στα στενά σοκάκια, μακριά από το φως της ημέρας, γιατί μόνο στο σκοτάδι της νύχτας θα δούμε μύθους να κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Το Κατάστημα Νεωτερισμών μάς προσκαλεί να ζήσουμε σε ένα χώρο που αναβλύζει αληθινή ποίηση.
Ζωή Σαμαρά, «ΤΟ ΒΗΜΑ», 15-02-1998



Για το βιβλίο:

Αν ο Παζολίνι έφτανε αυτό το φθινόπωρο του 2004 στα μέρη μας, θα 'ταν 82 ετών. Γεννήθηκε στη Μπολώνια το 1922. Βρέθηκε δολοφονημένος στην Όστια την Κυριακή 2 Νοεμβρίου του 1975. Ήταν 53 ετών. Εκεί, σ' ένα τοπίο όπως στις ταινίες του, στήθηκε το βιαστικό σκηνικό του τέλους. Οι εφημερίδες που κυκλοφόρησαν το πρωί της Δευτέρας μιλούσαν για τις λεπτομέρειες. Από την εποχή της στυγνής εκτέλεσης στη Γρανάδα του Λόρκα είχε να ζήσει ο κόσμος μια παρόμοια αρχαία σκηνή θανάτου. Ξέρω πώς θα έφτανε σήμερα εδώ ο Παζολίνι -φορώντας καμπαρτίνα. Κρατώντας ένα μπαστούνι για να ισορροπεί την ευφυΐα του. Την ορθοστατική πίεση. Θα 'ταν πάντα αληθινός και οξύς. Τα γυαλιά του θα τού έκρυβαν τα μάτια. Τα μάτια του που έβλεπαν μακριά και πίσω από τα αντικείμενα. Θα ήταν λιπόσαρκος. Αυστηρός στην τροφή του. Δεν θα κάπνιζε. Δεν θα 'κανε τίποτα κοινό. Όπως πάντα. [...] Γιώργος Χρονάς

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ



ΚΟΚΚΙΝΗ ΟΥΤΟΠΙΑ

Tο βιβλίο αυτό παρουσιάζει μια φωτογραφική εργασία που πραγματοποιήθηκε κάτω από συνθήκες απαγόρευσης, σε μια χώρα όπου οι αρχές ελέγχουν όχι μόνο το αν μπορεί να καταγραφεί κάτι αλλά και το πώς θα καταγραφεί. Η Βόρεια Κορέα είναι ίσως η πιο απομονωμένη χώρα στον κόσμο. Δεν είναι τυχαίος ο χαρακτηρισμός της ως «Ερμητικό Βασίλειο», που την ακολουθεί ιστορικά, και σήμερα μοιάζει πιο επίκαιρος από ποτέ. Οι εικόνες του Γιάννη Κόντου αναπαριστούν έναν άλλο κόσμο, πολύ μακριά από τη δική μας πραγματικότητα. Και αυτό είναι το στοιχείο που κάνει αυτή τη δουλειά πολύτιμη: είναι ένα παράθυρο σε έναν κόσμο στον οποίο δεν έχουμε, υπό κανονικές συνθήκες, καμία πρόσβαση. Στις εικόνες είναι έντονο το στοιχείο του παράδοξου, του αλλόκοτου, του ανεξήγητου με την (οικεία, δυτική) λογική. Kοριτσάκια που κρατούν καλάσνικοφ, πλήθη μπροστά σε γιγαντοαφίσες οι οποίες δε διαφημίζουν καταναλωτικά προϊόντα αλλά καλούν το λαό να συντρίψει τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, μια μεγάλη μητρόπολη με ουρανοξύστες χωρίς διαφημίσεις που βυθίζεται στο σκοτάδι μετά τις δέκα το βράδυ, η μπαρόκ αίσθηση δημοσίων χώρων όπως το μετρό της Πιονγιάνγκ, το πορτρέτο του Μεγάλου Ηγέτη σε κάθε πιθανό σημείο δημόσιου η ιδιωτικού χώρου, η αίσθηση της μιλιταριστικής τελετουργίας ακόμη και στις πιο κοινότοπες στιγμές του ανθρώπινου βίου...



ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ:

Ο Αριστείδης ο μικρός ιπποπόταμος το σκάει από το ζωολογικό κήπο για μια βόλτα στην πόλη της Αθήνας. Το βιβλίο αυτό το δημιούργησαν ο Γιάννης Κοντός και ο Δημήτρης Μυταράς με αγάπη για τα παιδιά και τα ζωά.ΚΡΙΤΙΚΗΟταν ο Γιάννης Κοντός μού είπε ότι έγραψε τον Αριστείδη, τον μικρό ιπποπόταμο, ένα βιβλίο για μικρά παιδιά, παραξενεύτηκα. Τον ξέρω για καλό ποιητή μα νόμιζα πως πιο πολλή σχέση μπορεί να έχει με έναν ιπποπόταμο παρά με ένα παιδάκι. Διαβάζοντας το βιβλίο του άλλαξα γνώμη, τόσο μάλιστα που πίστεψα πως, όταν ορισμένα βράδια μάς λέει ότι κάθεται σπίτι για να δουλέψει, αυτός συναντά παιδάκια και τους διαβάζει παραμύθια. Γιατί το βιβλίο του είναι έτσι γραμμένο σαν να το διηγιέσαι σε παιδί.Ο Αριστείδης, ο μικρός ιπποπόταμος, στον περίπατό του μέσα σε μια πόλη λέει ένα σωρό πράγματα στα παιδιά που τα μαθαίνουν ακούραστα και τους πετάει λέξεις που ίσως να τις άκουσαν πρώτη φορά, μα είμαι σίγουρη πως δεν θα τις ξεχάσουν. Τι είναι το πουλάκι που κελαηδάει στην πλάτη μιας καμηλοπάρδαλης, το γέρικο πολεμικό άλογο, η αστρολογία και τα ουράνια σώματα; Και άλλα πολλά ακόμη που σίγουρα θα κεντρίσουν την όρεξη του μικρού αναγνώστη να μάθει γι' αυτά. Ισως πάλι θελήσει να μιμηθεί τον Αριστείδη που δεν τρώει τσιπς και πατατάκια αλλά λαχανικά και φρούτα. Παρ' όλο που ο Αριστείδης είναι ρομαντικός και ακούει τα κελαηδίσματα των πουλιών και τα κουκουνάρια που κουδουνίζουν στα δέντρα τους, ανάμεσα στη θάλασσα και στον ουρανό βλέπει και το νέφος που τα σκεπάζει όλα και μυρίζει στον αέρα καμένο λάστιχο και θειάφι.Μια βόλτα στην πόλη με τις ομορφιές και τις ασχήμιες της, τα αρχαία, τα βραχάκια, τους αδέσποτους σκύλους και το σιδερένιο δάσος από τις κεραίες, τους διαφορετικούς ανθρώπους που άλλοι είναι μαύροι, άλλοι κίτρινοι κι άλλοι μελαψοί και μιλούν αλλόκοτες γλώσσες, μα που περπατούν κι ανασαίνουν, ζουν δίπλα μας. Ολα αυτά τα λέει ο Αριστείδης του Γιάννη Κοντού στο μικρό παιδί για να το μαγέψει. Και την ίδια στιγμή το συνεπαίρνουν οι καταπληκτικές εικόνες του Δημήτρη Μυταρά, που με τέτοιον τρόπο είναι φτιαγμένες ώστε το παιδί να πιστέψει πως έτσι ακριβώς θα τις ζωγράφιζε κι εκείνο. Συνήθως ένας γνωστός ζωγράφος, όταν του προτείνουν να εικονογραφήσει κάποιο βιβλίο, άθελά του παραμερίζει το βιβλίο και ζωγραφίζει σύμφωνα με την έμπνευσή του. Ο Δημήτρης Μυταράς όμως κάνοντας θαυμάσιους πίνακες ακολούθησε λέξη προς λέξη την ιστορία του μικρού Αριστείδη.Ενα βιβλίο για παιδιά δεν έχει αυτό καθαυτό αξία αν δεν μπορεί ο μικρός αναγνώστης να πάει πέρα από εκείνο και να αρχίσει να σε ζαλίζει με χίλια δυο «γιατί». Και ύστερα να προσπαθήσει και αυτός να ζωγραφίσει άλλες σκηνές που τον εντυπωσίασαν, που κατά τη γνώμη του ο ζωγράφος παρέλειψε να φτιάξει. Νομίζω ότι το δίδυμο Μυταράς - Κοντός το καταφέρνουν αυτό και τα παιδιά θα αγαπήσουν τον Αριστείδη, τον μικρό ιπποπόταμο, που στη ράχη του είναι θρονιασμένη μια πανέμορφη πεταλούδα.
Αλκη Ζέη
ΤΟ ΒΗΜΑ , 06-01-2002

ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΒΑΡΔΑΡΗΣ



Η Έλενα Χουζούρη γράφει ποίηση, δοκίμιο, και κριτική λογοτεχνίας. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει οργανώσει κι επιμεληθεί την Ανθολογία «στρατός περνούσε στη νεοελληνική λογοτεχνία» (Μεταίχμιο). Τον Δεκέμβριο του 2004 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα «Σκοτεινός Βαρδάρης» (Κέδρος) - υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2005. Επίσης είχε την διεύθυνση των λογοτεχνικών σειρών «Γραφές της Αθωότητας» κι «Ένα γράμμα για σένα» (Ελληνικά Γράμματα. Βιοπορίζεται από την κριτική λογοτεχνίας («Βιβλιοθήκη» Ελευθεροτυπίας) και την παρουσίαση βιβλίων (ΕΡΤ). Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΒΑΡΔΑΡΗ»

Όλα ξεκίνησαν από μια φωτογραφία (αυτή του εξωφύλλου) που δείχνει Έλληνες πρόσφυγες από το Μελένικο. Την είχε τραβήξει ο August Leon, ένας από τους φωτογράφους και καμεραμέν που έστελνε, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ο Alber Kahn, Γαλλοαλσατός μεγαλοτραπεζίτης αλλα και ουμανιστής, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Στόχος του να δημιουργήσει τα Αρχεία του Πλανήτη (υπάρχουν σήμερα στο Μουσείο Alber Kahn στο Παρίσι) θεωρώντας πως έτσι συμβάλλει στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών. Στη φωτογραφία αυτή που έχει τραβηχτεί στο Σιδηρόκαστρο Σερρών, όπου κυρίως κατέφυγαν οι Μελενίκιοι, είναι και ο εικοσάχρονος, το 1913, παππούς μου.

Ξεκινάω λοιπόν μια συνομιλία μαζι του, με την ταραγμένη εκείνη εποχή, στήνοντας ταυτόχρονα και το δικό μου μυθιστόρημα. Η ματιά μου είναι σημερινή. Δεν προσπαθώ να κάνω αναπαράσταση του χθες, αλλά να το «διαβάσω» μέσα από το σήμερα. Δεν πιστεύω άλλωστε ότι μπορεί να γίνει και αλλιώς όταν πρόκειται για εποχές που δεν έχουμε οι ίδιοι ζήσει. Όπως και νάχει δεν ακολουθώ με τίποτε την κλασική συνταγή του λεγόμενου ιστορικού μυθιστορήματος (δεν έχω ως πρότυπο τον πατερούλη Σερ Ουώλτερ Σκοτ) μάλλον μεταμοντέρνα είναι η συνταγή μου.

Η αλήθεια του μυθιστορήματος, πέρα από το πώς είναι φτιαγμένο, βασίζεται στο βαθύτατο και επώδυνο συναίσθημα της απώλειας. Οι ήρωες, νέα παιδιά, στο ξεκίνημα της ζωής τους, με τα χιλιάδες όνειρα και την μεγάλη δίψα για ζωή, τσακίζονται με τον πόλεμο. Χάνουν τους φίλους τους, τους νεανικούς τους έρωτες, μπορεί και τους γονείς τους, και τέλος την ίδια τους την πατρίδα.
Ανάμεσα σ΄ όλα αυτά κι ένας αιρετικός έρωτας που τα αψηφά όλα και αποφασίζει να πει την δική του λέξη στη απανθρωπιά του πολέμου και κάθε πολέμου. Φυσικά υπάρχει το πανέμορφο Μελένκο, παλιά βυζαντινή πολιτεία, η κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη και το πολύβουο Παρίσι. Υπάρχουμε κι εμείς που τα κοιτάμε, με την απόσταση ενός αιώνα, και αφηνόμαστε στο ταξίδι που μας υπόσχονται

ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ



Η Έρση Σωτηροπούλου έχει γράψει ποιήματα, νουβέλλες και μυθιστορήματα. Γεννήθηκε το 1953 στην Πάτρα. Σπούδασε Φιλοσοφία και Πολιτιστική Ανθρωπολογία στη Φλωρεντία και έζησε πολλά χρόνια στην Ιταλία. Συμμετείχε σε εκθέσεις Visual και Concrete Pοetry. Έργα της έχουν μεταφραστεί γαλλικά, γερμανικά, αγγλικά, ισπανικά κ.λπ. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και με το Βραβείο του Περιοδικού "Διαβάζω" για το μυθιστόρημά της Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές το 2000.

"Μήλο+Θάνατος+...+... ", Πλέθρον 1980
"Διακοπές χωρίς πτώμα", Άκμων 1980, Καστανιώτης 1997
"Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα", Νεφέλη 1982, Κέδρος 2001
"Η Φάρσα", Κέδρος 1982
"Μεξικό", Κέδρος 1988
"Χοιροκάμηλος", Κέδρος 1992
"Ο βασιλιάς του φλίππερ", Καστανιώτης 1998
"Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές", Κέδρος 1999
"Ο ζεστός κύκλος", Ελληνικά Γράμματα 2000
"Δαμάζοντας το κτήνος", Κέδρος 2003
"Αχτίδα στο σκοτάδι", Κέδρος 2005
ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΣΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ

Είμαι ο δούλος της αγάπης. Αυτό με κρατάει ξύπνια. Όταν άρχισε, το περασμένο καλοκαίρι, ετοιμαζόμουν να φύγω για διακοπές. Ήταν Παρασκευή, 22 Ιουλίου και δεν έκλεισα μάτι ως το μεσημέρι της Δευτέρας. Την εποχή του καύσωνα η μία στις δυο νύχτες μου ήταν λευκή. Οι διακοπές αναβλήθηκαν και οι φίλοι μου ένιψαν τας χείρας τους. Χωρίς να το καταλάβω ο έρωτας έτρωγε την κούραση. Η νύστα είχε εξαφανιστεί. Έφτασα να κοιμάμαι δέκα ώρες τη βδομάδα. Ποτέ δεν είχα αισθανθεί καλύτερα.

Το δεκαπενταύγουστο άρχισα να βγαίνω στους δρόμους. Μόλις άναβαν τα πρώτα φώτα στα γεφύρια του Τίβερη, το ερωτικό παραλήρημα με τραβούσε έξω από το σπίτι. Έφευγα και πήγαινα στο Τραστέβερε, τριγύριζα ώρες στα σοκάκια, βαριόμουν θανάσιμα. Περνούσα πάλι τη γέφυρα του Γαριβάλδη, έκανα βόλτα στο γκέτο, έπινα καφέ στην πιάτσα Ναβόνα κι έφευγα κι από κει λέγοντας οτι δεν πρόκειται να ξαναπατήσω. Δεν ξαναπατούσα. Κάθε μέρος με έδιωχνε, κάθε νύχτα έκανα άλλη διαδρομή. Ο έρωτας με κυνηγούσε στον ανήφορο της Τρινιτά ντέι Μόντι και ταυτόχρονα με έσπρωχνε στον κατήφορο που τραβάει ευθεία για την κολόνα του Τραϊανού. Λαχανιασμένη άλλαζα πεζοδρόμιο. Γύριζα πίσω στον Τίβερη. Χωρίς να κοιμηθώ έτρεχα μέχρι την Άρα Πάτσις, έτρεχα στις Θέρμες του Καρακάλλα.

Με το φθινόπωρο η κατάσταση χειροτέρεψε. Η αυπνία ήταν ακατανίκητη, ο έρωτάς μου δε χωρούσε στους δρόμους της Ρώμης. Έτσι ήρθα στο Βατικανό. Νοίκιασα ένα δυάρι σε μια πλατεία που λέγεται αγία Μαρία των Χαρίτων στους Φούρνους. Από το παράθυρο φαίνεται ο άγιος Πέτρος. Είναι Νοέμβρης και η ζωή μου βαδίζει πλέον σταθερά ενάντια στον ύπνο.

Μένω στο Βατικανό. Σ'αυτή την πολυκατοικία οι περισσότεροι είναι ταξιτζήδες. Τώρα τις νύχτες δεν κοιμάμαι πια καθόλου. Κάθομαι στο κρεβάτι μου, στο σκοτάδι, κοιτάζω το φωτισμένο διάδρομο και μετράω τα φιλιά. Ένα, δυο, τρία, δέκα... είκοσι φιλιά. Φιλιά, φιλιά, θέλω πιό πολλά φιλιά... Ποτέ δεν φτάνουν. Μερικά χάνονται στους τοίχους. Άλλα τρέχουν ασταμάτητα ή μένουν κολλημένα στο γλόμπο του διαδρόμου. Γυρίστε, γυρίστε σε μένα, φιλιά... Κάποιο κρύβεται στην πόρτα του μπάνιου. Ο ρυθμός της αναπνοής μου γίνεται πιό γρήγορος. Τα χείλη μου έχουν ξεραθεί. Κάνει κρύο, στη μετακόμιση ξέχασα τις κουβέρτες. Με την πλάτη στον τοίχο τυλίγομαι με το σεντόνι σαν μούμια και περιμένω. Ένα, ένα, έρχονται στην αγκαλιά μου και σβήνουν. Φιλιά, φιλιά, δε χορταίνω τα φιλιά. Όταν οι καμπάνες του αγίου Πέτρου σημάνουν τον όρθρο, βρίσκομαι εδώ κοκαλωμένη κι εξακολουθώ να μετράω. Χίλια, χίλια διακόσια φιλιά... Ποτέ δεν είναι αρκετά. Στο τέλος όλα γυρίζουν πίσω και πέφτουν πάνω μου ορμητικά. Μια νύχτα μπορεί να χωρέσει μέχρι τρεις χιλιάδες φιλιά.

Τις Κυριακές, μετά το ματς, τα φιλιά είναι λιγότερα. Αν σφυρίξει πέναλτυ προλαβαίνω να μετρήσω ως 25 στη στιγμή. Όταν με πιάνει η ισχυαλγία, εκείνα τα βράδια με την ψιλή, αόρατη βροχή που η υγρασία ανεβαίνει από τον Τίβερη και σου κολλάει στο δέρμα, βγαίνω και πηγαίνω κουτσαίνοντας στο μπαρ Καρδινάλιος Λουάλντι. Ένα καφέ, ένα ποτήρι νερό, ένα κορνέτο, λέω και πέφτω εξουθενωμένη στο κάθισμα. Το γκαρσόνι έχει ήδη φύγει, ξέρει απέξω την παραγγελία. Τελειώνει εκεί. Η ανυπομονησία με τρώει, τα νεύρα μου είναι κουρέλι, θέλω να γυρίσω σπίτι να μετρήσω τα φιλιά. Πριν έρθει ο δίσκος, ρίχνω τα χρήματα στο τραπέζι και σηκώνομαι με κόπο. Τρέχω, τρέχω, ενώ η βροχή δυναμώνει. Πόσο γρήγορα μπορεί να τρέξει ένας κουτσός;

Τις άλλες μέρες είναι όπως σήμερα. Μένω μέσα. Για ποιό λόγο να βρώ. Το πόδι μου δεν πονάει. Η ώρα περνάει και σκέφτομαι τί γλυκιά που είναι η δουλεία και πόσο μ'αρέσουν τα φιλιά. Περιμένω να σκάσει ο παρουσιαστής του δελτίου ειδήσεων. Στις έντεκα ακριβώς οι γείτονες σβήνουν την τηλεόραση. Τα μεσάνυχτα αρχίζω το μέτρημα. Όλα είναι ήσυχα, πολύ ήσυχα. Δεν ακούγεται κανένας θόρυβος. Το νερό τρέχει στη μπανιέρα. Κάθε τόσο το ψυγείο παίρνει μπρος. Μου λείπεις, σε έχω πεθυμήσει. Μου λείπουν τα φιλιά. Πολλά, πιό πολλά, αμέτρητα φιλιά. Ξεροκαταπίνω στο σκοτάδι. Το νερό έχει γεμίσει τη μπανιέρα.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2007

ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΤΟΥ ΤΙΠΟΤΑ ΜΕ ΕΛΑΧΙΣΤΑ

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα.

Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ είναι από τις κορυφαίες μας ποιήτριες. Αν και πολυγραφότατη, ο όγκος της δουλειάς της δεν είναι αντιστρόφως ανάλογος με την ποιότητά της, όπως συμβαίνει συχνά, αλλά ευθέως. Με ένα μεγάλο νονό, τον Νίκο Καζαντζάκη, έπρεπε να σταθεί στο ύψος της ευθύνης της.
Η τελευταία της συλλογή, «Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα», αποτελεί μια ποιητική μεταγραφή της Καζαντζακικής ρήσης «Να βλέπεις την άβυσσο χωρίς να τρομάζεις». Ο τίτλος, λιτός και μεστός σαν επίγραμμα, εκφράζει τη υπαρξιακή της στάση και τη μεταφυσική της αντίληψη, σαν απολογισμός ζωής, όπως και όλα τα ποιήματα.
Χωρίς να δημιουργεί την αίσθηση μιας πυκνότητας που, σαν εσωτερικός μονόλογος χωρίς αποδέκτη κάνει συχνά την σύγχρονη ποίηση ολότελα κρυπτική για ένα μέσο αναγνώστη (και όχι μόνο), η ποίηση τους Ρουκ έχει κάτι το λιτό και το απέριττο, τη διαύγεια ενός αγάλματος της κλασικής εποχής ή ενός καβαφικού ποιήματος. Δεν στέκεσαι μπροστά σε ένα αίνιγμα προς αποκρυπτογράφηση, κάτι που αποτελεί πρόκληση για ένα θεωρητικό της ερμηνευτικής, αλλά σε ένα πανέμορφο διαμάντι που εκλύει τα πιο βαθιά αισθήματα της αναγνωστικής ανταπόκρισης. Χρησιμοποιώντας τις λέξεις στην κυριολεξία τους, με ελάχιστες μεταφορές, φέρνει στο νου τον στίχο του Σεφέρη «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη». Στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ, στην Κάτια της παρέας του Σαββάτου στην Άγκυρα, δόθηκε αυτή η χάρη.
«Θάλασσες με μπλε πανοπλίες
μάχονται τη γαλάζια ανωνυμία των ουρανών» είναι από τις ελάχιστες, αλλά τόσο εξαίσιες μεταφορές που υπάρχουν σ’ αυτή τη συλλογή. Η Αγγελάκη προτιμάει περισσότερο την αλληγορία:
«Τα δέντρα ζήλευα που όσο ζουν
ανανεώνουν τη νιότη τους
με φύλλα×
φύλλα προσωρινά αιώνια
ερωτευμένα με τη βροχή.
Και τα αειθαλή
με τη σταθερή ωριμότητά τους
ίσως να μη γνώρισαν ποτέ
κάτι που να τρέμουν μη το χάσουν…» (σελ. 24).
Η Αγγελάκη είναι ιδιαίτερα επινοητική και στη φόρμα. Στο πιο μακροσκελές της ποίημα, που καταλαμβάνει τις οκτώ από τις είκοσι επτά σελίδες των ποιημάτων της, χωρισμένο σε επτά μέρη, χρησιμοποιεί τον τίτλο σαν εισαγωγικό στίχο σε κάθε μέρος: Θέλω να γράψω ένα ποίημα: για την πραγματικότητα, για τη δύναμη και την ανημποριά, για την πρώτη φορά που βρέθηκε γυμνή χωρίς να ’μαι πια μικρή για τα μάτια ενός άντρα, για το φόβο που σαν τον έρωτα σε συνεπαίρνει, για τα κρυμμένα αστέρια της καθημερινότητας, την εξυπνάδα, την καλοσύνη, την ευθυμία, και τέλος για τη μοίρα. Επινοητικός είναι και ο στίχος καθ’ αυτός, υποδηλώνοντας πως ό,τι και να γράψεις δεν μπορεί να εξαντλήσεις αυτό που μπορεί να ειπωθεί.
Εξίσου επινοητικό είναι και το δισέλιδο «Η αόρατη», όπου σε επίπεδο σημαίνοντος ο πρώτος στίχος κάθε στροφής συνιστά την αναίρεση της προηγούμενης:
«Αλλά είμαι ασήμαντη.
Στο πιο κόκκινο σπίτι μένω-κτισμένο
με πέτρες τεράστιες
σαν κεφάλια ζώων πριν απ’ τον κατακλυσμό.

Αλλά είμαι άστεγη
Όλες τις ομορφιές της γης τραγουδώ:
τις κινήσεις των ζωντανών
τα μαλακά τους ποδαράκια, τ’ ανοιχτά φτερά.

Αλλά είμαι άφωνη. Σιωπή σκεπάζει όλες
τις έντεχνες κραυγές μου.
Αισθάνομαι ανοιχτή σαν τοπίο παρθένο×… (σελ. 25).
Είναι σπάνιο σε μια ποιητική συλλογή να μην υπάρχει κάποιο σχόλιο για την ίδια την ποίηση, τόσο στη διαχρονία, όσο και στη συγχρονία της:
«Όχι το ταλέντο
αλλά οι άπειρες συμπτώσεις
άφησαν να πέσει στο χώμα
ώριμος καρπός το ποίημα» (σελ. 14) και
«Ελάχιστες περιγραφές φύσης
πια στους στίχους×» (σελ. 20).
Και τα τέσσερα βασικά προβλήματα του ανθρώπου στην κατά Γιάλομ υπαρξιακή ψυχολογία βρίσκονται παρόντα στη συλλογή αυτή: Ο έρωτας, το νόημα της ζωής, η μοναξιά και ο φόβος του θανάτου.
Ένας ήρωας του Καζαντζάκη, μιλώντας για τον θάνατο ουρλιάζει «δεν υπογράφω». Η Αγγελάκη, σε πιο χαμηλό τόνο, παραπονιέται στο «Γενναίο παράπονο»:
«Δεν θέλω να πεθάνω!
Έτσι. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο.
Δεν θέλω» (σελ. 30)
Και στην «Άλλη μοναξιά» μιλάει με το ίδιο παράπονο:
«Με την ηλικία όλο μεγαλώνουνε τα χάσματα
που άνοιξε ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ
κι η παρουσία του άλλου
εξισώνεται με την απουσία του×
…………..
Κι όλα μοιάζουν από φιλάργυρο μετρημένα
και μαζί περιττά
αφού είναι πια άχρηστα στη φύση.
Αυτή να εκτελεστεί η συμφωνία μας μόνο θέλει
κι ας μην τη συνυπογράψαμε ποτέ
όπως δεν θα γράψουμε ποτέ
με την πένα της ζωής μας
τη λέξη ΤΕΛΟΣ.» (σελ. 34).
Θέλω να γράψω κάποτε μια μελέτη για τις ανατροπές των μύθων και των στερεότυπων. Εκεί θα εντάξω και τις δυο παρακάτω μεγαλειώδεις ανατροπές της Αγγελάκη:
Η πρώτη, δηλώνεται ήδη στον τίτλο του ποιήματος: Η ευλογία της έλλειψης, που ξεκινάει:
«Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου×
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω×»
και πιο κάτω:
«Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ’χει απομείνει με αποπροσανατολίζει
γιατί μου δείχνει εικόνες απ’ το παρελθόν
σα να ’ταν υποσχέσεις για το μέλλον» (σελ 31).
Η άλλη ανατροπή κτυπάει την καρδιά της βουδιστικής διδασκαλίας, που τόσο είχε μαγέψει το νονό της:
«Λευτεριά δεν είναι μόνο
να λυτρωθείς από την επιθυμία
αλλά και να τολμάς να διακηρύξεις
τον μυστικό σου πόθο» (σελ. 30).
Με την τελευταία της αυτή ποιητική συλλογή η Αγγελάκη αναδεικνύεται ως μια κορυφαία ποιήτρια. Γυναίκα ποιήτρια. Η οποία τελειώνει το «Αόρατη» ως εξής:
«Αλλά παραμένω αόρατη. Γιατί είμαι γυναίκα» (σελ. 26). Τόσο αόρατη, που μόνο ένα δεύτερο κρατικό βραβείο ποίησης κατάφερε να πάρει με τους «Μνηστήρες» (1984). Δεν είναι ζήτημα ποσοστόσεων, αλλά ένα πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης το αξίζει περίτρανα. Τουλάχιστον.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

KTONIA-AYTO


Ελένη Καρασαββίδου, Κτονία-αυτό, Ύφος 2006

Η Ελένη Καρασαββίδου, Πτυχιούχος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και του Πανεπιστημίου του Νότινγχαμ, με μεταπτυχιακούς τίτλους και υποψήφια διδάκτωρ, και προ παντός ακτιβίστρια σε κοινωνικούς αγώνες, εκδίδει τη δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Κτονία-αυτο».
Για να ξεκινήσουμε από τον τίτλο, ένα χαρακτηριστικό υφολογικό στοιχείο της Καρασαββίδου είναι το παιχνίδι με τις λέξεις, κυρίως με τα συνθετικά των σύνθετων λέξεων:
Αντιστροφή των συνθετικών, όπως στον τίτλο: κτονία-αυτό. Σημασία έχει ο φόνος, δευτερευόντως αν είναι του εαυτού.
Νεολογισμοί με συνθετικά: πατριδαλγία. Παραπέμποντας συνειρμικά στη νοσταλγία την ακυρώνει, δηλώνοντας ότι δεν είναι η λαχτάρα της επιστροφής που πονά, αλλά η πατρίδα. Διακειμενικά παραπέμπει στο γνωστό σεφερικό «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει».
Οξύμωροι νεολογισμοί με αντίθετα ως προς τη σημασία συνθετικά: πανωλεθρίαμβοι: Πύρρειες νίκες, με διάταση της σημασίας, ή αλλιώς σε πάμπολλες μεταφορικές εφαρμογές.
Παρακολουθώντας την παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής της Καρασαββίδου ακούσαμε με έκπληξη κάποιον από τους εισηγητές να επαναλαμβάνει με τη χαρά μιας πρωτοφανούς διαπίστωσης ότι από την ποιητική αυτή συλλογή της ποιήτριας απουσιάζει το ερωτικό στοιχείο. Το «απουσιάζει» παραπέμπει στην παράλειψη, άρα όσο και να μην ήταν στις προθέσεις του υπολανθάνει ένα αξιολογικό στοιχείο.
Με τον Γιάννη τον Μανιάτη που είμαστε μαζί γελάσαμε πολύ. Γιατί άραγε ένας ποιητής θα πρέπει σώνει και καλά να γράφει για τον έρωτα; Όμως χωρίς να το θέλεις επηρεάζεσαι. Έτσι, παίρνοντας αυτή την ποιητική συλλογή στα χέρια μου, είχα την περιέργεια αν αυτή τη φορά ο έρωτας θα έκανε την εμφάνισή του.
Την έκανε. Μια σύντομη πασαρέλα, σε δυο υπέροχα «επιγράμματα». Στο νούμερο 7 με τίτλο Έρωτας Ι (μη αποδεκτός)
Ήρθες
Και μου ’φερες τόσα σταυροδρόμια.
Και
Έρωτας ΙΙ (μη παραδεκτός)
Και ξάφνου ήρθε ο έρωτας
Μ’ όλα τα γράμματα Ματωμένα.
Στην επόμενη συλλογή περιμένουμε το επόμενο επίγραμμα, με μόνο το δεύτερο συνθετικό.
Η ανατρεπτική γραφή της Καρασαββίδου ακυρώνει μηνύματα που έχουν γίνει πια τόπος στη ζωή και τη λογοτεχνία.
Επίγραμμα 11. Αληθινή ευχή.
«Ν’ αναπαυθεί η ψυχή του».
Όχι! Να συνεχίσει το ταξίδι της.
Επίγραμμα 5, Δημιουργός
Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη
Να εύχεσαι να μην υπάρχει δρόμος.
Όμως το πιο «ανατρεπτικό» από αυτή την άποψη, ποίημα, είναι το Για ένα πουκάμισο γεμάτο. Βαθιά φεμινιστικό ποίημα, αποκαθιστά μιαν Ελένη που έχει διασύρει ο Όμηρος και η μετ’ αυτόν.
«Θέλω να γυρίσω στο νησί μου που ναι
γεμάτο κορίτσια και να τους προσφέρω
ένα δίκτυ γεμάτο λέξεις απαγορευμένες μέχρι
τότε γι αυτές», ξεκινάει παραθέτοντας απόσπασμα από την «Ποιητική του έρωτα» του J. Winterson.
Και συνεχίζει:
Έτσι κάπως θ’ άρχιζε η αληθινή
Απολογία της Ελένης,
Που την ονόμασαν «κοινή»
Στην Αρχαιότητα,
Γιατί άφησε την κλίνη τη βασιλική
Για να βρει τον Εαυτό της.
Χαρίζοντας και σ’ αυτήν λέξεις που ’ταν
Μονάχα του Μενέλαου.
«Ταξίδι», «Κατάκτηση», «Ηδονή», «Πείραμα»,
«Σκέψη», «Επιλογή», ΖΩΗ. …
Δικαιωμένη όχι «γιατί δεν πήγε τελικά»,
Ξεβγαλμένη στην ακτή της Αιγύπτου…
Μα γιατί πήγε…
Η Ελένη του Εαυτού της.
Όχι της κλίνης της «δημόσιας τιμής»
Όχι της Τροίας
Ούτε του Πάρη.
Κι ακριβώς γι αυτό
Η Ωραία Ελένη.
Το κείμενο αυτό θα άξιζε να διδάσκεται μαζί με το ποίημα του Σεφέρη ως παράλληλο κείμενο στο Λύκειο.
Ο φεμινιστικός προβληματισμός υπάρχει και σε άλλα ποιήματά της, με πιο χαρακτηριστικό το Καίνε ακόμα Μάγισσες! που ξεχωρίζει και για τη στιχουργική του, με τον σχεδόν κανονικό ίαμβο, σε ανισοσύλλαβους στίχους αλλά με την στροφική κανονικότητα του τετράστιχου που συνοδεύεται με δίστιχο, τέσσερις φορές.
Η Καρασαββίδου βρίσκεται σε ένα συνεχή διάλογο με ομότεχνους, είτε για να τους αμφισβητήσει, είτε για να προεκτείνει τις ρήσεις τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά ποιήματά της ξεκινάνε με μότο.
Παραθέτουμε ακόμη το επίγραμμα 14. «Ο συγγραφέας είναι νεκρός», με ένα αστερίσκο που παραπέμπει «του Barthes»:
Το βιβλίο δεν το γράφεις για τον αναγνώστη
Το βιβλίο το γράφεις με τον αναγνώστη.
Η πιο καταπληκτική επίρρωση της παραπάνω ρήσης του Barthes είναι το ποίημά της με τίτλο Περιγραφή Μέλλοντος.
Στο πιο ακραίο εφέ υπερβολής που έχω συναντήσει, η Καρασαββίδου δεν γράφει τίποτα, η σελίδα είναι κενή. Μόνο πάνω από τον τίτλο φαίνεται ο χωροχρόνος της σύλληψης: (Προς Αθήνα, 17.20, 19-6-2004). Το ποίημα είναι ολοκληρωτικά scriptible από τον αναγνώστη, προκαλώντας τον θεωρητικό της πρόσληψης. Εγώ θα δώσω δυο ακραίες εκδοχές, του ζώου πολιτικού και του ιδιώτη:
Η πρώτη: Το μέλλον είναι ολότελα ζοφερό. Πρέπει να αγωνιστούμε για ένα καλύτερο μέλλον.
Η δεύτερη: Στα παλιά μας τα παπούτσια το μέλλον, αφού εγώ θα είμαι στα θυμαράκια.
Με το παραπάνω ποίημα η Καρασαββίδου ξεπερνάει τον Κώστα Μαυρουδή, όπου στη «Στενογραφία», μια συλλογή σύντομων κειμένων, ένα απ’ αυτά απαρτίζεται από δυο μόνο λέξεις: «Ο Τιτανικός».
Η Ελένη Καρασαββίδου είναι στρατευμένη, και ανάλογα είναι στρατευμένη και η ποίησή της. Η μοίρα των γυναικών μεταναστών που πέφτουν στα χέρια μαστροπών τη συγκινεί ιδιαίτερα. Ένα πραγματικό επεισόδιο, η αυτοκτονία μιας αλλοδαπής που την κρατούσαν έγκλειστη σε διαμέρισμα μαστροποί, πέφτοντας από το μπαλκόνι, αποτελεί την αφετηρία για το ποίημά της Πεζοδρόμιο, παίζοντας με τη δισημία της λέξης:
Ήτανε η πρώτη φορά που η Βίκυ,
ή η Σβετλάνα
ή η Ζωή
Ξέπεφτε αληθινά στο «πεζοδρόμιο»
Στη δική της σύντομη κι ανήλιαγη ζωή.
Και διαβάζοντας το ποίημα θυμηθήκαμε το Lilja4ever, με ίδια θεματική.
Στην Κοινωνική αξιοπρέπεια, το εφέ επανάληψης δίνει τη δυνατότητα στην ποιήτρια να αναφερθεί σε όλες τις κοινωνικές ομάδες που είναι θύματα του κοινωνικού ρατσισμού σήμερα.
-Είσαι παλιοαράπης! Του φώναξε
Ρίχνοντας το πρόσωπό του στις λάσπες
-Όχι! Είμαι ανθρώπινο πλάσμα!
είπε
και στάθηκε όρθιος.
Αυτό το δεύτερο μισό είναι και το λάιτ μοτίφ του ποιήματος.
Πρωτότυπα ανατρεπτική, βαθιά επινοητική, προπαντός κοινωνικά στρατευμένη, η Ελένη Καρασαββίδου αποτελεί μια από τις πιο αξιόλογες ποιητικές φωνές της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Εμείς πιστεύουμε στις μελλοντικές ποιητικές της δημιουργίες. Όσο υπάρχουν ποιητές σαν την Καρασαββίδου, το μέλλον δεν θα είναι μια λευκή σελίδα.

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΑΚΗΣ


Βιογραφικό Σημείωμα

Γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1950. Σπούδασε αγγλική φιλολογία και ελληνική φιλολογία - φιλοσοφία - κοινωνιολογία (εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με θέμα: καθημερινότητα και λογοτεχνία).Έχουν εκδοθεί επτά βιβλία του (έξι συλλογές διηγημάτων και ένα μυθιστόρημα). Υπήρξε μέλος της συντακτικής επιτροπής και υπεύθυνος ύλης του εκπαιδευτικού περιοδικού "Νεοελληνική Παιδεία" εκδιδόμενου υπό την αιγίδα του Υπουργείου Παιδείας και μέλος της επιτροπής κρατικών βραβείων του Υπουργείου Πολιτισμού. Έχει δημοσιεύσει κείμενα δοκιμιακού λόγου καθώς και κριτική λογοτεχνίας στις εφημερίδες "Το Βήμα", "Εξουσία", "Καθημερινή" και στα περιοδικά "Αντί", "Ίνδικτος", "Διαβάζω", "Ελίτροχος". Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.Διηγήματα του έχουν μεταφραστεί σε αγγλικά, γερμανικά και ολλανδικά, καθώς και το μυθιστόρημα του Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου στα αγγλικά, το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο μυθιστορήματος 1996.

Βραβείο Αναγνωστών 2007

Τον «κύριο Επισκοπάκη» του Ανδρέα Μήτσου επέλεξε φέτος το κοινό με την ψήφο του και τον έχρισε νικητή του «Βραβείου Αναγνωστών 2007». Ένα βιβλίο που κέρδισε τους κριτικούς όταν κυκλοφόρησε και γοήτευσε τους αναγνώστες του.
«Με εξέπληξε ευχάριστα το γεγονός πως ένα βιβλίο, του οποίου οι αρετές επισημάνθηκαν από την κριτική, τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών. Ευχαριστώ το ΕΚΕΒΙ, την επιτροπή που πρότεινε τον Κύριο Επισκοπάκη και όσους τον ψήφισαν», είπε ο φετινός νικητής του Βραβείου κ. Ανδρέας Μήτσου, που έχει ήδη τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 1996 και με το Βραβείο Γραμμάτων Κώστα Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών το 2002.
Περισσότεροι από 3.000 αναγνώστες ψήφισαν (μόνο μέσω sms φέτος) ενώ καταμετρήθηκαν 2.655 έγκυρες ψήφοι για τα δέκα ελληνικά μυθιστορήματα της shortlist.

για το βιβλίο


Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΔΕΙΛΟΥ... συγγραφέας, Ανδρέας Μήτσου

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ

Όλη η νουβέλα στήνεται με την ένταση της μαγικής εικόνας. Όλα φανερώνονται και όλα κρύβονται. Όλα είναι και δεν είναι. Ο Χελιδονόπουλος εμφανίζεται στη σελίδα 22, αλλά ως ανώνυμη φιγούρα, φευγαλέα έχει εμφανιστεί στην πρώτη σελίδα και κατόπιν εξαφανίζεται μαρσάροντας το μαύρο του τρίκυκλο. Στη μέση της αφήγησης, από το στόμα του εκβιαστή αποκαλύπτεται ότι ο αφηγητής είναι ο κύριος Επισκοπάκης του τίτλου. Ο αφηγητής είναι ο δειλός που εξομολογείται. Τα ονόματα στις αφηγήσεις του Μήτσου είναι αμφίσημα και ποτέ τυχαία. Ας θυμηθούμε τον Ορέστη Χαλκιόπουλο στο ομώνυμο μυθιστόρημα, που είναι και αυτός που χαλκεύει, κατασκευάζει ειδήσεις, αλλά και ο τόπος γέννησης του συγγραφέα, το Χαλκιόπουλο Αιτωλοακαρνανίας. Ο Χελιδονόπουλος ο εκβιαστής είναι και αυτός που προαναγγέλλει την έλευση της άνοιξης. Η Αντιγόνη είναι αυτή που αντιτίθεται στους κώδικες, άνθρωπος σκληρός, αλαζονικός, ανυποχώρητος. Σωτήρης ονομάζεται ο σύζυγος και δολοφόνος. Και ο αφηγητής, ο ʼγγελοςαυτός που εκτελεί τη βούληση του Θεού ή ο αγγελιαφόρος- και Επισκοπάκης, αυτός ο οποίος εξετάζει τα συμβάντα. Η πρόκληση της παρανάγνωσης με τραβά από το μανίκι. Μήπως το όνομα Επισκοπάκης υπονοεί το στρατηγικό τέχνασμα του Χ. Τζέιμς, την «οπτική γωνία», την ανεπαρκή διορατικότητα της αυθεντίας του αφηγητή και την ταύτισή του με την οπτική του φόβου που στο τέλος θα τον αφήσει στην αφόρητη ανυπαρξία;

Ανδρέας Μήτσου, Ο κύριος Επισκοπάκης, Καστανιώτης 2007

Νουβέλα είναι το καινούριο πεζογράφημα του Ανδρέα Μήτσου. Μεταξύ διηγήματος και μυθιστορήματος, για πρώτη φορά καταπιάνεται ο Μήτσου με το είδος. Και για πρώτη φορά επίσης βάζει υπότιτλο: «Η εξομολόγηση ενός δειλού».
Θεματικά, υφολογικά, αφηγηματικά, μυθοπλαστικά, ο Μήτσου είναι πάντα πλούσιος και ενδιαφέρων. Και στη νουβέλα αυτή ίσως περισσότερο από τα προηγούμενα έργα του.
Ο κυρίαρχος θεματικός άξονας είναι το δίπολο «συμβιβασμός/μη συμβιβασμός», χαρακτηριστικός σε αρκετά έργα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας, εστιάζοντας στον συμβιβασμένο αντιήρωα – ο υπότιτλος είναι χαρακτηριστικός- τοποθετεί σαν αντίστιξη τον μη συμβιβασμένο.
«Να για ποιο λόγο τον αγαπώ», διακήρυττε (η φίλη του). «Γιατί είμαστε όμοιοι με τον Θιονδόρ. Το ίδιο αποζητάμε. Το τίποτα. Το ωραίο τίποτα. Και σίγουρα θα ’χουμε την ίδια μοίρα… Εσύ πάντα με τη λογική. Με το μέτρο. Με το σταγονόμετρο. Και με το φόβο, πάντα, μην αστοχήσεις» (σελ. 106). Και στην επόμενη σελίδα: «Μόνο ο Χελιδονόπουλος είναι άνδρας… Αυτός αξίζει να ζει. Και θα γυρίσω πίσω σ’ αυτόν».
Παρ’ ολ’ αυτά στο έργο του Μήτσου ο μη συμβιβασμένος δεν αξιώνεται, όπως συμβαίνει συνήθως, αλλά απλά τοποθετείται σαν καταλύτης στα τραγικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν.
Υφολογικά, ο Μήτσου κινείται ανάμεσα στη λιτότητα και τη λεκτική επιλεκτικότητα της ποίησης και στη διαύγεια του δοκιμίου. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, ο οποίος συχνά απευθύνεται σε ένα αποδέκτη της αφήγησης χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που ταυτίζεται έτσι με τον αναγνώστη, συνεχώς αυτοαναλύεται, αναλύει τους άλλους, και προσπαθεί να βρει τη βαθύτερη ουσία των γεγονότων. Και με ένα έμμεσο σχόλιο ο Μήτσου δίνει την ουσία της ποιητικής του, ασκώντας ταυτόχρονα και μια έμμεση κριτική σε μια πεζογραφία με φωτογραφικό (να μην πούμε νατουραλιστικό) στυλ αφήγησης: «Δεν έχει νόημα ούτε με ενδιαφέρει να μάθω αν κάπνιζε ή δεν κάπνιζε οδηγώντας στον παραλιακό δρόμο Ιτέας-Ναυπάκτου ο άνδρας της Αντιγόνης, ο αξιωματικός του Λιμενικού. Και ποιον ενδιαφέρει άλλωστε;» (σελ. 119).
Αφηγηματικά ο Μήτσου είναι ιδιαίτερα πρωτότυπος. Κι αυτό γιατί μέσα στην αφήγηση εγκιβωτίζει συχνά την μετααφήγηση, το λόγο πάνω στην ίδια την πράξη της αφήγησης, με έμμεσο όμως τρόπο: «Γιατί νομίζω, παρ’ όλα αυτά, πως αν τα διηγηθώ τα πράγματα ξανά, άλλη ιστορία θα αφηγηθώ και νέα εκδοχή θα βγει στην επιφάνεια. Κι άλλη ίσως θα ’χει κατάληξη. Αφού με κάθε αναδιήγηση αυτό πασχίζω: να δικαιολογήσω τις αιτίες, να οικειοποιηθώ τα πράγματα και να τα καταλάβω από την αρχή» (σελ. 117-118). Και πιο κάτω: «…το νόημα κάθε ιστορίας και η αλήθεια της υπάρχουν μόνο στον τρόπο που τη λέει κανείς» (σελ. 121).
Ο Μήτσου αρέσκεται στο παιχνίδι με το χρόνο. Το διήγημά του «Ο χαρτοπαίχτης έχει φοβηθεί» από την ομώνυμη συλλογή, που επανεκδόθηκε πρόσφατα, είναι το πιο χαρακτηριστικό του απ’ αυτή την άποψη. Οι προσημάνσεις και οι αναδρομές βρίθουν και σ’ αυτή τη νουβέλα. Επί πλέον, μια και ο τρόπος της αφήγησης και η επιλεκτική αφήγηση των γεγονότων νοηματοδοτούν το νόημα της ιστορίας, θεματοποιεί και τον χρόνο της πράξης της αφήγησης, διαστέλλοντας το υποθετικά στιγμιαίο «τώρα», ως ένα επί πλέον στοιχείο νοηματοδότησης.
«Ακούω τώρα που σας μιλάω, από πάνω μου, στην κορυφή του φοίνικα, ένα τζιτζίκι να τραγουδάει ανύποπτο, ώρα πολλή. Κάνει μεγάλη ζέστη, είναι τέλος Ιουλίου. Θαυμάζω το ρυθμό του και τον οίστρο του» (σελ. 22).
Και αλλού:
«Τώρα που τα ξαναθυμάμαι, τώρα και τα ξανασκέφτομαι. Συλλέγω αθέλητα καινούριες λεπτομέρειες και μένω διαρκώς έκθαμβος με τον εαυτό μου» (σελ. 53).
Και ενώ ο χρόνος τον γεγονότων όπως και ο χρόνος της αφηγηματικής πράξης δεν προσδιορίζονται, ο χώρος είναι επακριβώς προσδιορισμένος. Αθήνα, «Καλλιδρομίου», «Κατεχάκη» κ.λπ. Ο ρεαλισμός της αφήγησης απαιτεί περισσότερο το «πού» από το «πότε».
Οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς, πεζογράφοι και ποιητές, έχουν ένα πάθος με διακείμενα που παραπέμπουν στην ένδοξη ελληνική αρχαιότητα: «Μέσ’ από το καθρεφτάκι, τον έβλεπα πίσω μας να σηκώνεται παραπατώντας, θεόρατος, ίδιος ο Κύκλωπας Πολύφημος, κι ένιωθα Οδυσσέας καθώς ξεφεύγει από τη σπηλιά κι ανοίγεται προς την Ιθάκη» (σελ. 77). Και το όνομα της ηρωίδας, Αντιγόνη, στην κλασική αρχαιότητα παραπέμπει. Όσο για το «Όχι» (σελ. 95) του συμβιβασμού, με το οποίο ο αφηγητής αρνείται την πρόταση της Αντιγόνης να χωρίσουν από τους συζύγους τους και να ζήσουν μαζί, διακειμενικά επίσης παραπέμπει στον αρχαιολάτρη Καβάφη και το «μεγάλο ναι και το μεγάλο όχι» από το Che fece…il gran rifiuto.
Ο Μήτσου δίνει στο τέλος της ιστορίας του αστυνομική πλοκή. Ο Επισκοπάκης καταδίδει τη σχέση της Αντιγόνης με τον Χελιδονόπουλο στον άντρα της. Η Αντιγόνη πιο πριν είχε αποφασίσει να ξεφορτωθεί τον Χελιδονόπουλο, ομολογώντας στον άντρα της αυτή τη σχέση, λέγοντάς του πως ξεκίνησε από έναν εκβιασμό. Στόχος της, ο άντρας της να σκοτώσει τον Χελιδονόπουλο. Όμως αυτός ανακαλύπτει το σημειωματάριό της όπου γράφει πόσο ερωτευμένη είναι με τον Επισκοπάκη. Έτσι τους σκοτώνει και τους δυο, τη στιγμή της ερωτικής τους συνεύρεσης. Το σημειωματάριο το στέλνει αργότερα στον Επισκοπάκη.
Ηθικόν δίδαγμα: Τα σημειωματάρια είναι επικίνδυνα. Όπως και τα blogs. Πάντα υπάρχει ο κίνδυνος να τα διαβάσει κάποιος που δεν πρέπει.
Το τέλος θυμίζει το τέλος της «Λολίτας» του Ναμπόκοφ. Και οι δυο κεντρικοί ήρωες καταλήγουν στο ψυχιατρείο. Δεν ξέρω αν κι από εδώ αντλείται ηθικό δίδαγμα. Έτσι κι αλλιώς η μεγάλη λογοτεχνία μόνο παρεμπιπτόντως προσφέρει διδάγματα. Πρώτιστα προσφέρει αισθητική απόλαυση. Το ίδιο και η νουβέλα αυτή του Ανδρέα Μήτσου, όπως άλλωστε και όλα του τα βιβλία.

Δρ. Μπάμπης Δερμιτζάκης

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2007

ΠΑΘΟΣ



Παρουσίαση του βιβλίου Πάθος της Λαμπρίνας Μαραγκού από τον Δημήτρη Βαρβαρήγο στις 31-10-2007

ΠΑΘΟΣ

Γνώρισα τη συγγραφέα από το βιβλίο της «η αγάπη φοράει φτερά από μετάξι». Της είχα γράψει τότε ένα αυθόρμητο κριτικό σημείωμα. Της έλεγα, «δεν μπόρεσα, ν’ αντισταθώ στην πρόκληση να εκφράσω μερικά σχόλια αναφορικά με τη συνολική δυναμική της γραφής σου, καθώς ομολογώ πως έμεινα έκπληκτος με τον τρόπο που απέδωσες τα μύχια συναισθήματα της μικρής Λυδίας, μπροστά στις αναζητήσεις και τα προβλήματα των μεγάλων.
Αυτά περιληπτικά όσον αφορά το προηγούμενο βιβλίο της. Στο σημερινό, στο Πάθος, τώρα.

Ανήσυχο πνεύμα η Λαμπρίνα, κινείται με επιτυχία σε όλους τους τομείς της ζωής της, έχει μια όμορφη οικογένεια, με μια αξιαγάπητη κι έξυπνη κόρη την Αλεξάνδρα, διδάσκει στα ΤΕΙ και ακολουθεί την πεπατημένη οδό των πεζογράφων, συνεχώς κι αδιαλείπτως διαβάζει, γράφει κι ενίοτε όπως καταλαβαίνετε, εκδίδονται τα βιβλία της.
Και να που ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να μιλήσουμε για το τέταρτο βιβλίο της, με τίτλο, Πάθος, από τις εκδόσεις Άγκυρα κι αυτό όπως το προηγούμενο.

Τρυφερό και έντονα ρεαλιστικό μυθιστόρημα. Μια εσωτερική συναισθηματική και άρτια λογοτεχνική περιγραφή της πρώτης αγάπης στην εφηβεία και η μετέπειτα έμπυρη γνώση που την ατσαλώνει μέσα στις ίδιες κι απαράλλαχτες ευαίσθητες αναζητήσεις.
Κείμενο που ικανοποιεί τον αναγνώστη μέσα από μια γραφή που εκφράζει τις απόκρυφες αισθήσεις της ειμαρμένης κάθε ανθρώπου.
Αισθήσεις που κινούνται με ειλικρίνεια ανάμεσα στις αληθινές ανθρώπινες προσδοκίες. Η γραφή παρουσιάζει εικόνες από την πραγματική ζωή που όσο επηρεάζουν τον πρωταγωνιστή άλλο τόσο επηρεάζουν και τον αναγνώστη.
Πάθος, ο τίτλος του βιβλίου. Αρχικά φαίνεται απλός, αλλά όσο προχωρά η ανάγνωση αρχίζεις να αναγνωρίζεις από τα βιώματα των ηρώων της πως αυτή η λέξη έχει τις περισσότερες έννοιες.
Ακούστε μερικές που μου ήρθαν εύκολα στο μυαλό γιατί σίγουρα, υπάρχουν πολλές περισσότερες:
Εμμονή-βάσανο-ζέση-λαχτάρα-μανία-μαρτύριο-μεράκι-μίσος-μονομανία-οργή-πάθηση-παραφορά-περιπάθεια-περιπέτεια-πόθος-μοναξιά-απιστία-πληγή-φλογερότητα-βρασμός-ζήλος-θέρμη-κόχλασμα-αλαζονία-όνειρο-νταλκάς.
Όλα αυτά αν τα περικλείσουμε σε μία μόνο λέξη είναι το Πάθος! Μια λέξη γεμάτη ζωή.
Αυτό είναι το βιβλίο της Μαραγκού, γεμάτο αναζητήσεις, ανατροπές, ένα βιβλίο γεμάτο ζωή.
Ένα κείμενο με παρούσα την ενοχή σαν κύριο στοιχείο να ξεχειλίζει στο δείπνο της ζωής των ηρώων, μέσα από τις αναμνήσεις, τις απορρίψεις, τι προδοσίες, τα θέλω και τους εγωισμούς τους.
Ο σεβασμός, η περηφάνια, ίσως και ψήγματα νεανικής ματαιοδοξίας είναι τα στοιχεία που κυοφορούνται σε ετούτο το βιβλίο, καθώς ξεδιπλώνεται ένα ανθρώπινο ψυχογράφημα όπου η συναισθηματική χροιά των γεγονότων απαλύνεται μέσα από την ανάγκη των πρωταγωνιστών για αληθινή αγάπη.
Σε αυτές τις βασανισμένες υπάρξεις από τα πάθη τους αναφέρεται η συγγραφέας. Αλλά όχι μόνο στο ερωτικό πάθος που πηγαίνει αμέσως το μυαλό μας, αλλά και στη ψυχική πάλη που σκορπίζει αυτό το δυνατό συναίσθημα, ο έρωτας.

Όπως γράφει και η ίδια στο οπισθόφυλλο πως:
το πάθος είναι η κινητήρια δύναμη ζωής, καλύτερα, η ίδια η ζωή. Το πάθος πλέκει τις ιστορίες, υφαίνει τις καταστάσεις, κεντά τα συναισθήματα.

Για μην συμπέσουν οι απόψεις μας, με τον άλλο ομιλητή, σκέφτηκα να μην αναφερθώ περισσότερο στο θέμα ή τη δομή της ιστορίας του βιβλίου, αλλά να μιλήσω γι αυτούς που κάνουν πάντοτε μια ιστορία να την αγαπήσουμε, στους πρωταγωνιστές της, γιατί οι αληθινοί, οι ζωντανοί χαρακτήρες έχουν ζωτική σημασία στη λογοτεχνία.

Και αυτό λοιπόν το μυθιστόρημα της Μαραγκού, ξεχωρίζει για τον καλά οργανωμένο εσωτερικό συναισθηματικό κόσμο των ηρώων της, όπου με μαεστρία τους ζωντανεύει με τόση πειστικότητα σαν να είναι οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας.
Έχει πετύχει απόλυτα η συγγραφέας το στόχο της δημιουργώντας χαρακτήρες με αληθινές εσωτερικές ιδιότητες. Στη συναισθηματική κατηγορία εντάσσει τις συμπάθειες και αντιπάθειες της ηρωίδας. Οι ελπίδες, οι φόβοι οι αγάπες, τα μίση οι αρετές και οι αδυναμίες η υπομονή και η επιμονή, τα συμπλέγματα. Οι υποσυνείδητες ενοχές της, η σεξουαλική της ιδιοσυγκρασία σε σχέση με το άλλο φύλλο. Η εν γένει στάση της απέναντι σε βασικές πλευρές της ζωής μέσα πάντα από κυρίως ανθρώπινα ψυχικά γνωρίσματα, είναι άρτια δοσμένα.
Σε πολλά σημεία της αφήγησης της η ταύτιση του αναγνώστη είναι άμεση με τα θέλω, τις επιθυμίες, τα όνειρα και τις απαιτήσεις των χαρακτήρων, καθώς σκιαγραφεί τις υπαρξιακές τους ανάγκες, τις απλές και φυσικές ανάγκες σαν αυτές που όλοι οι άνθρωποι επιζητούμε να νιώσουμε και που τελικά μέσα από αυτό το πέρασμα που λέγεται ζωή, κάποιες βιώνουμε.

Λόγος που υποκινεί σε εξομολόγηση και εσωτερικές συγκρούσεις. Η δημιουργός παίρνει θέση σαν να εκφράζεται με τρόπο καταλυτικό θέλοντας να μοιράσει τη δική της αλήθεια, τη δική της δικαιοσύνη.
Μία γραφή που κινείται επάνω σε αυτές τις αντιθέσεις που δημιουργούν οι διαπροσωπικές σχέσεις με όλα τα παραλειπόμενα τους.
Η ιστορία του βιβλίου φαινομενικά δεν δείχνει την πολυπλοκότητα της και μοιάζει κάπως συνηθισμένη, όμως από την πρώτη σελίδα, η επίφαση της πραγματικότητας στη ζωή της Ελένης, σε αιχμαλωτίζει να ακολουθήσεις το ταξίδι της μέσα από την εμπνευσμένη συγγραφή της δημιουργού.
Από την πρώτη αράδα αντιλαμβάνεσαι τον έντεχνο λόγο να προκαλεί τη συναισθηματική απόκριση του αναγνώστη, καθώς ο άρτιος τρόπος που είναι γραμμένο δείχνει πως μπορεί να κάνει μια απλή ανθρώπινη αναζήτηση για το βίωμα της ζωής παράλληλα με τα πάθη της αγάπης, δυνατή και ακμαία με έντονο εσωτερικό ρυθμό.

Όπως είπα και πριν, είναι μια γυναικεία εξομολόγηση γεμάτη διακριτική ευαισθησία και ευπάθεια καθώς το κάθε συμβάν στη ζωή της Ελένης, περνάει μέσα απ’ την ψυχή της.
Έτσι τη θέλει η συγγραφέας, αφού μιλάει με τη δική της ψυχή για το πάσχον σώμα της ηρωίδας της, ακάλυπτο να βιώνει κάθε συγκρουσιακή δοκιμασία.
Έτσι δημιούργησε όλα τα πρόσωπα και δη την ηρωίδα της η συγγραφέας, απολύτως ανθρώπινη και φυσικά γυναίκα. Δηλαδή, με όλα τα χαρακτηριστικά που απαρτίζουν τον γυναικείο οργανισμό. Ευαίσθητη και συνάμα δυνατή. Δοτική και εγωίστρια, ρομαντική και παράλληλα σκληρή μπροστά στο σπαραγμό του επερχόμενου χωρισμού, της απογοήτευσης και του εσωτερικού θανάτου να στέκεται το πάσχον σώμα της δυνατό και νηφάλιο απειλώντας ακόμη - ακόμη και την ίδια τη ψυχή που το κυβερνάει.

Άλλο ένα πράγμα που χαίρομαι στα βιβλία της συγγραφέως είναι που συνηθίζει να γράφει σε πρώτο πρόσωπο, το δυσκολότερο είδος απόδοσης μιας μυθιστορίας, μάλλον αρέσκεται στα δύσκολα, να αντιμετωπίζει όλους τους χαρακτήρες που η ίδια δημιουργεί με διαφορετικό τρόπο και ύφος, αλλά και που δεν φοβάται μη τυχόν και της κολλήσουν ταμπέλα ως είθισται να γίνεται με πολλούς συγγραφείς, πως ότι γράφουν πρέπει απαραίτητα να είναι βιώματα τους.
Παρ’ όλα αυτά η Μαραγκού, σμιλεύει τους ήρωες της με έναν εγγενή {έμφυτο} προσδιορισμό ως προς τις επιδιώξεις τους τόσο στον καθημερινό βίο τους όσο και στον ψυχικό κόσμο τους παράλληλα με τον δικό της.

Λοιπόν το βιβλίο θα μπορούσε να είχε ακόμα έναν εύστοχο τίτλο, «ανέφικτες αγάπες» καθώς στην αισθηματική ζωή των ηρώων υπάρχουν συνεχόμενες ανατροπές.
Ενώ όλοι είχαν την ανάγκη του άλλου, δεν κατάφερναν να ενωθούν γιατί έπρεπε να πιστέψουν και για πιστέψουν έπρεπε να χαριστούν και για να χαριστούν έπρεπε ακούσουν, να δουν, να νιώσουν. Να καταλάβουν τα λόγια που ψιθύριζαν οι ψυχές τους.

Γι αυτές τις αισθηματικές ιδιότητες μιλάει στο μυθιστόρημα της η Μαραγκού, για τις ζωές καθημερινών ανθρώπων που δρουν με φυσικό τρόπο σαν ανάσες ζωής οδηγώντας την μοίρα τους μέσα απ’ τις ανθρώπινες συμπεριφορές, να ερωτεύονται, να δραπετεύουν, να πληγώνουν και να πληγώνονται, να αδικούν και ν’ αδικούνται για να φτάνουν κάποιες στιγμές αντιμέτωπους τους εαυτούς τους με τη ματαίωση.
Η Λαμπρίνα Μαραγκού, έγραψε ένα πολυδιάστατο μυθιστόρημα με βάθος στις ζωές των ηρώων δημιουργώντας εικόνες που απευθύνονται στη σκέψη μας για το πόσο δύσκολη είναι στην πραγματικότητα η αγάπη. Και όταν υπάρξει, πόσες συμβάσεις και μύχια μυστικά, δεν θα φανερωθούν ποτέ, για να καταφέρει να αντέξει στο χρόνο.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2007

ΔΙΧΩΣ ΙΧΝΗ




ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Βιογραφικά στοιχεία
Η Χρύσα Σπυροπούλου γεννήθηκε στις Σέρρες το 1957. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και αγγλική φιλολογία στη Φιλοσοφική Αθηνών. Εκπονεί τη διατριβή της με τον καθηγητή Ερατοσθένη Καψωμένο του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με θέμα ‘ Το παράδοξο στην ποίηση του Γιάννη Δάλλα’. Ζει στην Αθήνα από το 1975. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση και ασχολείται με την κριτική. Συνεργάστηκε και συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά –Ανακύκληση, Ευθύνη και Τετράδια της Ευθύνης, Νέα Εστία, Νέα Πορεία, Γραφή , Πόρφυρα, Περίπλου, Διαβάζω, Κ ( Εκδόσεις Αλεξάνδρεια ), (δε)κατα, Μανδραγόρα – και εφημερίδες ,όπως -παλαιότερα- Ελευθεροτυπία [Βιβλιοθήκη], Έθνος , Νέα και Καθημερινή ( στο φύλο της Τρίτης και την Κυριακάτικη
Βιβλιογραφία
Ο αρχαιοελληνικός κόσμος στην ποίηση της Ζωής Καρέλλη, μελέτη, εκδόσεις Α.Σ.Ε., Θεσσαλονίκη 1988 Αναγνώσεις, δοκίμια, εκδόσεις Πρόσπερος , Αθήνα 1992 Αντανακλάσεις, πεζογραφήματα, εκδόσεις Πρόσπερος , Αθήνα 1994 Ομίχλη στη λίμνη, νουβέλα, εκδόσεις Οδός Πανός , Αθήνα, 1998 Μάσκες στη σκιά, μυθιστόρημα, εκδόσεις Άγκυρα, 2000 Ένα αθώο παιχνίδι, μυθιστόρημα, Άγκυρα 2004, Δίχως ίχνη, αστυνομικό μυθιστόρημα, Κέδρος 2006. Μεταφράσεις : Αλόη, νουβέλα της Κάθριν Μάνσφηλντ, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1993 Κάρολ, μυθιστόρημα της Πατρίτσια Χάισμιθ, εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1993 Δύο αδέρφια διαφορετικού φύλου, κινέζικο αφήγημα μεταφρασμένο από τα αγγλικά, εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 1995

Δίχως ίχνη
«ΚΕΔΡΟΣ», ΣΕΛ. 162, ΕΥΡΩ 9,50

«Τα σύμβολα περνούσαν μπροστά από τα μάτια του γρήγορα. Αισθανόταν δέος, γιατί είχε στα χέρια του γνώση και δύναμη που εξισωνόταν με δολάρια».(από το βιβλίο, σελ. 27).Το ανιχνευτικό δίδυμο της Χρύσας Σπυροπούλου επανέρχεται. Ο φλεγματικός και εξίσου διορατικός αστυνόμος Ηλιού, συνεπικουρούμενος από την εσωστρεφή, μάλλον ερωτευμένη μαζί του γραμματέα - βοηθό Γεωργίου, αναλαμβάνει να διερευνήσει μια θλιβερή υπόθεση εμπορίας ραδιενεργών υλικών, η οποία, μεταξύ άλλων, συνεπάγεται αλλεπάλληλους εκβιασμούς, εξαγορές συνειδήσεων και βεβαίως -τι άλλο;- εν ψυχρώ ή εν βρασμώ ψυχής δολοφονίες.Πρόκειται για την Πέμπτη αμιγή πεζογραφική κατάθεση της συγγραφέως, μεταφράστριας και κριτικού. Προηγήθηκαν οι «Αντανακλάσεις», από τις εκδόσεις «Πρόσπερος» το 1994, η αστυνομική νουβέλα, ατμοσφαιρική και ευθύβολη, «Ομίχλη στη λίμνη», από την «Οδό Πανός, το 1998, το ψυχοθρίλερ, τέσσερα χρόνια αργότερα, «Μάσκες στη σκιά», από τις εκδόσεις «Αγκυρα» και το επαρκώς συγκερασμένο, επίσης αστυνομικό, μυθιστόρημα «Ενα αθώο παιχνίδι», ομοίως από την «Αγκυρα», το 2004. Σαφή περιγράμματα, αληθοφανείς χαρακτήρες, διαδοχή απρόοπτων καταστάσεων και ισορροπημένες ανελίξεις της πλοκής διακρίνουν και το παρόν βιβλίο της. Η συστηματική άλλωστε και γόνιμη μαθητεία της στα έργα κορυφαίων εκπροσώπων της εξαντλητικής ψυχογραφίας, όπως είναι φέρ' ειπείν η Πατρίτσια Χάισμιθ, το κρίσιμο μυθιστόρημα της οποίας «Κάρολ» μετέφρασε επιτυχώς («Πρόσπερος», 1993), της εξασφαλίζει, αν μη τι άλλο, το ικανό και αναγκαίο εκείνο μέτρο υφολογικών και θεματολογικών δοκιμών ευρέος φάσματος.Γειωμένο στην πραγματικότητα και στα συμφραζόμενά της, το «Δίχως ίχνη» εστιάζεται στον τρόμο του παρόντος, τον οποίο εξαγγέλλουν με κάθε τρόπο οι ανεξέλεγκτες χρήσεις των υπερσύγχρονων πηγών ενέργειας. Το οικολογικό μήνυμα είναι σαφέστατο. Συναγωνίζεται μάλιστα το αίτημα της απονομής δικαιοσύνης στο νομικό επίπεδο. Κι αυτή ακριβώς η συγχρονία αιτίων και αιτιατών της αστυνομικής γραφής προσδίδει στο μυθιστόρημα ιδιαίτερη κειμενική ένταση. Νόμος και Φύση διεκδικούν τον σεβασμό μας: ο ανθρωπισμός είναι το πλεονέκτημα και το ύψιστο τιμαλφές των καιρών. Οσοι τον υπονομεύουν, θα εξοστρακιστούν. Ο Ηλιού είναι κατά συνέπεια όχι μόνον ο φύλακας της συντήρησης του status quo, αλλά και ο υπερασπιστής της συνέχειας του ανθρώπινου είδους στην κυριολεξία του όρου. Η ανοιχτή κοινωνία της μεταπολεμικής Ελλάδας οφείλει να εμπεδώσει την ευρυθμία της, ακυρώνοντας τις επιβουλές των έσω εχθρών της. Ο Ηλιού είναι μια πειστική εγγύηση Ηθικής.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ georgeveis@hotmail.com
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 02/02/2007
Copyright © 2007 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.


Με λίγα λόγια
Μια μικρή και σύντομη άποψη κι από μένα για τη συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων, Χρύσα Σπυροπούλου. Το αστυνομικό μυθιστόρημα χρειάζεται διαφορετική δόμηση από τις άλλου είδους λογοτεχνικές γραφές και η συγγραφέας καταφέρνει με έντεχνο τρόπο να χρησιμοποεί και να δημιουργεί ιστορίες αληθινές με ήρωες τόσο πολύ ζωντανούς που αναγνωρίζονται από τους αναγνώστες σαν άνθρωποι της διπλανής πόρτας.
Η δυναμική της λογοτεχνικής γραφής της και οι έξυπνες επινοητικές διορατικές κατευθύνσεις των κειμένων κάνει τα βιβλία της να διαβάζονται εύκολα αφήνοντας στο ανολοκλήρωτο ένα ερώτημα, γιατί δεν υπάρχει συνέχεια;
Δημήτρης Βαρβαρήγος


Αστυνομική λογοτεχνία με επίκαιρους προβληματισμούς
Το νέο βιβλίο της Χρύσας Σπυροπούλου είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, το θέμα του οποίου σχετίζεται με τη λαθρεμπορία ραδιενεργών υλικών. Μυστήριο, αγωνία και σύγχρονα ζητήματα συνδυάζονται και προσκαλούν τον αναγνώστη στην αναζήτηση των ενόχων, αλλά και στον προβληματισμό για το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον.

«Το ενδιαφέρον στην αστυνομική ιστορία είναι η διαλεκτική αθωότητας και ενοχής» W. H. Auden (σελ. 10 του βιβλίου) Η διαλεκτική αθωότητας και ενοχής, όρος εκ των ων ουκ άνευ για μια επιτυχημένη αστυνομική ιστορία, διατρέχει το ανά χείρας βιβλίο και καθιστά εύλογες τις αμφιβολίες, τα ερωτηματικά, την ένταση και την αγωνία για το τι θα επακολουθήσει. Ο διορατικός αστυνόμος Ηλιού, συνεπικουρούμενος από τη βοηθό του Γεωργίου, αναλαμβάνει τη διερεύνηση της δολοφονίας του Μίλτου Παγώνη, ερευνητή στο Ινστιτούτο Ενέργειας, στο εργαστήρι εγκλωβισμού ραδιενεργών αποβλήτων. Το αστυνομικό δίδυμο, στην προσπάθειά του να ανακαλύψει ποιος κρύβεται πίσω από τη δολοφονία, βρίσκεται αντιμέτωπο με μια διεθνή σπείρα κακοποιών, τα πλοκάμια της οποίας απλώνονται σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες και στην Αμερική. Οι απειλές, οι εκβιασμοί και οι δολοφονίες είναι τα μέσα που χρησιμοποιούν για να επιτύχουν τον στόχο τους, σε μια υπόθεση διεθνούς εμπορίας ραδιενεργών υλικών, μετά την κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο αστυνόμος Ηλιού ταξιδεύει στη Γερμανία για να αναζητήσει κάποια στοιχεία που θα τον βοηθήσουν να φθάσει στα ίχνη των κακοποιών. Μια δεύτερη δολοφονία, εκείνη του διευθυντή του Ινστιτούτου Έρευνας, τον φέρνει πιο κοντά στα ίχνη τους, αλλά...
Εμβληματική στην πλοκή του έργου είναι η φιγούρα του ερευνητή Παρασκευά Δήμου, ο οποίος, μετά από πολυετή παραμονή και ερευνητική εργασία στο ΜΙΤ και τη Βοστόνη, επέστρεψε στην Αθήνα για να εργαστεί στο εν λόγω Ερευνητικό Κέντρο. Καλός επιστήμονας και οικογενειάρχης, βρίσκεται αίφνης στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, εξαιτίας της δολοφονίας του Μίλτου, μέλους της ερευνητικής του ομάδας, αλλά και του επιστημονικού του έργου, που προκαλεί την προσοχή όσων εμπλέκονται στην παράνομη πώληση ραδιενεργών υλικών. Η απρόβλεπτη συνάντησή του με μέλη της ομάδας τον αιφνιδιάζει, καθώς και τον αναγνώστη, και δίνει νέα τροπή στην εξέλιξη... Η γραφή Οι χαρακτήρες της Χρύσας Σπυροπούλου είναι στέρεα δομημένοι, ο αφηγηματικός της λόγος σαφής και ρέων, και η εξέλιξη της πλοκής γρήγορη και «νευρική». Ο Μίλτος, ο Παρασκευάς, ο διευθυντής και η γραμματέας του, ο αστυνόμος Ηλιού και η βοηθός του, ο Γκέοργκ και ο Πέτερ, η Σίλβια και ο Κώστας, η μητέρα και η φίλη του Μίλτου, ο Κλάους, ο Μαρκιάν, είναι πρόσωπα που η συγγραφέας έχει συλλάβει και «δουλέψει» καλά στο μυαλό της, πριν αρχίσει την πολύμοχθη διαδικασία της γραφής.
Το αποτέλεσμα είναι εύλογο. Το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη από τις πρώτες κιόλας σελίδες και, καθώς ξετυλίγεται η πλοκή, η ένταση κλιμακώνεται.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί την ένταση της αστυνομικής γραφής για να θίξει θέματα επίκαιρα, που χρήζουν της γενικότερης προσοχής όλων και άπτονται λίαν ευαίσθητων θεμάτων, όπως το θάψιμο των ραδιενεργών στοιχείων και το εμπόριο επιστημονικών δεδομένων. Ταυτόχρονα, δεν ξεχνάει τις λεπτομέρειες εκείνες που προσδίδουν αληθοφάνεια στα γεγονότα, αποτυπώνουν ανθρώπινες πλευρές και μαρτυρούν την ψυχογραφική της δύναμη στην περιγραφή των ηρώων.
Με ματιά γρήγορη και έξυπνη καταγράφει ό,τι συμβαίνει ολόγυρα, επιλέγοντας για τους ήρωές της να κινούνται σε μέρη της προσωπικής της γεωγραφίας, και προσφέροντας στην ελληνική αστυνομική λογοτεχνία τη φιγούρα του αστυνομικού Ηλιού, ακέραιου υπερασπιστή της ηθικής και της δικαιοσύνης αλλά και ευαίσθητου και καλλιεργημένου ανδρός.
Δείγματα του συγγραφικού και μεταφραστικού έργου της Χρύσας Σπυροπούλου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πρόσπερος, Οδός Πανός και Άγκυρα. Με το παρόν βιβλίο, η αστυνομική λογοτεχνία βρίσκει στο πρόσωπό της μια επάξια και πολλά υποσχόμενη εκπρόσωπό της. Αναμένοντας με ενδιαφέρον την επόμενη συγγραφική της κατάθεση, αναλογίζομαι πως θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον η μεταφορά του εν λόγω μυθιστορήματος στην οθόνη.
Κείμενο Έλενα Αβραμίδου




Δευτέρα, 04 Ιουνίου 2007

ΑΡΠΑΚΤΙΚΑ


ΑΡΠΑΚΤΙΚΑ

Ο συγγραφέας:
Ο Κωνσταντίνος Γ. Βασιλείου γεννήθηκε στο Βραχάτι Κορινθίας το 1949. Σπούδασε νομικά (1972), πολιτικές επιστήμες (1974) και μεταπτυχιακά στην περιφερειακή ανάπτυξη (1976). Είναι δικηγόρος. Έχει γράψει νομικές πραγματείες. Το πρώτο του μυθιστόρημα (2005) με τίτλο «Αδιέξοδο» (εκδόσεις Κάκτος), αποτελεί ένα σαρκασμό της πολιτικής και οικονομικής αναρρίχησης.


Το έργο:
Η άρτια πλοκή του παρόντος μυθιστορήματος έχει μια κρυφή γοητεία. Ενώ είναι μύθος, αποτυπώνει την πραγματικότητα. Αδύναμοι χαρακτήρες επιδίδονται στο παιχνίδι του πλούτου και της ικανοποίησης. Μοιάζουν με αρπακτικά. Ο καθένας για τον εαυτό του, με κυρίαρχο στόχο τη δύναμη του χρήματος. Οι παραφυάδες ή λακέδες του καπιταλισμού!

Δύο επιχειρηματίες με παλιά έχθρα. Δύο συνεργάτες τους με κοινή ιδεολογική πορεία. Δύο κυρίες που επιδίδονται στο αρχαιότερο επάγγελμα με συνέπεια. Όλοι αυτοί λειτουργούν αυτόνομα και εξυπηρετούν το σύστημα.

Είναι δυνατόν σε ένα μυθιστόρημα οι πάντες να μείνουν ικανοποιημένοι; Μπορεί να υπάρχει αίσιο τέλος, που να μην αφήνει κανέναν παραπονούμενο; Είναι ρεαλιστική η περιγραφή ανταγωνισμών και μίσους ανάμεσα σε οικονομικώς ενεργά άτομα; Η γυναικεία φύση συμβάλλει θετικά στη διαπλοκή;

Η γλώσσα, που χρησιμοποιείται, παίζει σημαίνοντα ρόλο. Ευτελίζει και φανερώνει χαρακτήρες σε συνδυασμό με πολύπλοκους συλλογισμούς, που εκφράζονται από εξέχοντα άτομα. Ο σαρκασμός σε όλο του το μεγαλείο.

A΄ Έκδοση Δεκέμβριος 2006
Τίτλος: “ΑΡΠΑΚΤΙΚΑ”
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Γ. Βασιλείου
ISBN 960-89202-1-3
Σελίδες: 304
Σχήµα: 14Χ21
Τιµή α΄ Έκδοσης: 15 €

Παρασκευή, 01 Ιουνίου 2007

ΜΑΚΗΣ ΤΣΙΤΑΣ

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε το 1971 στα Γιαννιτσά. Σπούδασε δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη και ασχολήθηκε με το ραδιόφωνο. Από το 1994 ζει μόνιμα στην Αθήνα κι εργάζεται στο χώρο των εκδόσεων. Κείμενα του (διηγήματα, θεατρικά, ποιήματα) συμπεριλήφθηκαν σε ανθολογίες και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Τα μονόπρακτά του «Στην πλατεία» και «Η τηλεόραση» παίχτηκαν στο Θέατρο των Καιρών σε σκηνοθεσία Έρσης Βασιλικιώτη. Συνεργάστηκε στη συγγραφή του σεναρίου της ταινίας του Χριστόφορου Χριστοφή «Βασίλισσα Μαϊμού».
Διηγήματά του μεταφράστηκαν στα γερμανικά, τα ισπανικά, τα αγγλικά, τα εβραϊκά, τα σουηδικά και τα φινλανδικά.



Δεν μου αρέσει το γάλα
Στο Βασίλη δεν αρέσει καθόλου μα καθόλου το γάλα. Όμως η μαμά του επιμένει κάθε πρωί να του δίνει μια τεράστια κούπα. Εκείνος άλλοτε το πίνει με κλειστή μύτη και κλειστά μάτια, άλλοτε το ρίχνει στο πιατάκι της γάτας ή στο νεροχύτη αλλά την κατσάδα δε την γλιτώνει. Το γάλα τον κυνηγάει παντού: μέχρι και στον ύπνο του. Ώσπου μια μέρα πήγε στον οδοντίατρο και τότε...




Το ονομά μου είναι Δώρα
Με λένε Δώρα, αλλά θα προτιμούσα να με λένε Μαντόνα ή Νταϊάνα. Είμαι έξι χρονών και μου αρέσουν τα γλυκά, οι βόλτες στο σούπερ μάρκετ και οι αστείες ιστορίες. Όμως βαριέμαι τα κομμωτήρια και τα ανέκδοτα του ξαδέλφου μου. Κι αν με ρωτήσετε τι θέλω να γίνω όταν μεγαλώσω, θα σας απαντήσω: "Ή τραγουδίστρια, ή ηθοποιός, ή δημοσιογράφος, ή συγγραφέας ή δασκάλα, ή..."




Ποιανού είναι η σούπα
Η Χρυσούλα βλέπει πάνω στο τραπέζι ένα πιάτο με σούπα. "Ποιανού είναι;" σκέφτεται κι ύστερα αρχίζει να ρωτάει με τη σειρά: τη γιαγιά, τον παππού, τον μπαμπά, τη μαμά, την ξαδέρφη της, το φίλο της, τον ταχυδρόμο, τη γειτόνισσα, το σκύλο, τον παπαγάλο, τα παιχνίδια, τις κούκλες. Όμως κανένας δεν ξέρει "ποιανού είναι αυτή η σούπα". Ώσπου στο τέλος η μαμά...





Βρες ποιος είμαι

Πρόκειται για ένα εξαιρετικό, μοντέρνο και χιουμοριστικό βιβλίο με θέμα την τρυφερή σχέση πατέρα – γιου, έτσι όπως εκδηλώνεται μέσα από ένα καθαρά «αγορίστικο» παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον των μικρών αναγνωστών μέχρι την τελευταία σελίδα, όπου όλα ανατρέπονται. Το τηλέφωνο χτυπάει τρεις φορές. «Ποιος είναι;» ρωτάει ο κύριος Ρηγόπουλος, και ο μικρός Πέτρος που βρίσκεται στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, απαντάει «βρες ποιος είμαι!». Οι ερωτήσεις έρχονται η μία μετά την άλλη: μήπως είσαι ένα ελεφαντάκι; Ένας πολυλογάς παπαγάλος; Ένας τεμπελάκος τζίτζικας; Ο τρομερός μάγος Ραταπουρίμ; Ο ξακουστός βασιλιάς Αλεβουζάν; Ένας πλανόδιος μουσικός; Ένας εξωγήινος; Ο παντοδύναμος Ηρακλής; Το φοβερό τέρας της ζούγκλας; Ή μήπως... Το «Βρες ποιος είμαι!» διακρίνεται για την πρωτοτυπία του θέματος, τη λιτότητα και πυκνότητα του κειμένου, τη λακωνικότητα των διαλόγων καθώς και για τη «φρέσκια», ευρηματική και γεμάτη χιούμορ εικονογράφησή του.



Οι φίλοι

Ο πολυαγαπημένος συγγραφέας των παιδιών Μάκης Τσίτας επιστρέφει με το νέο του βιβλίο. Με πολλά χρώματα αλλά και πολύ κέφι, θα συστήσει στους μικρούς αναγνώστες τους φίλους του που θα τους αγαπήσουν! Το τρυφερό κείμενο συνοδεύεται από την χαριτωμένη εικονογράφηση της Ναταλίας Καπατσούλια σε ένα βιβλίο που θα αγγίξει τις παιδικές καρδιές.


Μάκης Τσίτας, ένας νέος άνθρωπος, δυναμικός κι αξιόλογος που δημιουργεί ένα σημαντικό έργο. Ένας αγαπημένος φίλος των παιδιών που δεν τα ξεχνά και παρουσιάζει μέσα από την πλούσια φαντασία του ιστορίες και ήρωες που να γίνονται αρεστές από τους μικρούς αναγνώστες του.
δβ

Κυριακή, 27 Μαΐου 2007

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΡΣΑΚΙΔΗΣ

ΦΑΡΣΑΚΙΔΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ

Ο Γιώργος Φαρσακίδης γεννήθηκε στην Οδησσό της Σοβιετικής Ένωσης. Ανταρτοεπονίτης, δεκαοχτώ χρονών, τραυματίστηκε δύο φορές σε μάχη με Γερμανούς και Βούλγαρους και έμεινε ανάπηρος στα δύο του χέρια. Κατά διαστήματα έχει κάνει σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και άλλους τόπους κράτησης - Μακρόνησος, Άη Στράτη, Γυάρος, Λέρος - δεκαεξήμισι χρόνια. Αυτοδίδακτος, στους τόπους της κράτησής του ζωγραφίζει θέματα με περιεχόμενο από τη ζωή των συγκρατούμενων συναγωνιστών του κι αργότερα από τους αγώνες του ελληνικού λαού. Μετά την πτώση της χούντας, ο Γ. Φαρσακίδης δημοσιεύει εργασίες του σ' εφημερίδες, εκθέτει και κυκλοφορεί τα έργα του. Το 1984, το βιβλίο του "Η πρώτη πατρίδα" παίρνει το πρώτο βραβείο της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Η εικαστική και η λογοτεχνική του δουλειά γίνεται γνωστή στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες χώρες. Κριτικά σχόλια και παρουσίαση του έργου του δημοσιεύονται στην Πράβντα, στην Ισβέστια, στη Σοβιέτσκαγια Κουλτούρα και άλλα έντυπα, ενώ μέρος της εργασίας του προβάλλεται από τη σοβιετική τηλεόραση. Καλεσμένος από την εφημερίδα Πράβντα στον γιορτασμό για τα 30 χρόνια της αντιφασιστικής νίκης, ο Γ. Φαρσακίδης τιμήθηκε για την αγωνιστική και καλλιτεχνική του δραστηριότητα με το Ανώτατο Χρυσό Μετάλλιο της Σοβιετικής Επιτροπής Ειρήνης.


ΣΑΝ ΒΓΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΗΓΑΙΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΘΑΚΗ

...πηγαιμός για την Ιθάκη... ένα ταξίδι ζωής, ένα βιβλίο ποταμός με τις πηγές του στα πρώιμα χρόνια της νιότης, χρόνια αγάπης και νοσταλγίας. Ένα φουρτουνιασμένο ποτάμι των Πέτρινων Χρόνων, που παρασέρνει τα πάντα στο διάβα του... Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση και το Κράτος του Τρόμου και ο Εμφύλιος σπαραγμός με τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης.
Κείμενο και εικόνα καθηλώνουν, σπάζοντας το φράγμα των καιρών και της λήθης, ανασταίνουν εφιαλτικές στιγμές τρόμου, ξυπνάν συνειδήσεις. Σελίδες της Ιστορίας, γραμμένες με τη γλώσσα της βιοματικής μνήμης και της Τέχνης, το ίδιο λιτά εικονίζουν την πίστη, την τρυφερότητα, την περηφάνια του ανθρώπου.
Μια Τέχνη που μέσα στη ζούγκλα της "ελεύθερης αγοράς" και της Νέας Τάξης Πραγμάτων, προειδοποιεί και κραυγάζει: "Άνθρωποι Γρηγορείτε!"
Γρηγόρης Χαλιακόπουλος

Ένα συγκλονιστικό έργο, ένα οδοιπορικό που θα αγγίξει κάθε άνθρωπο που θα διαβάσει αυτό το βιβλίο.